Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει λαϊκή εντολή


Τι σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει λαϊκή εντολή, και δεν θεωρεί χρήσιμο ή αναγκαίο να απευθυνθεί εκ νέου στην ελληνική κοινωνία, είτε με εκλογές , είτε με δημοψήφισμα, ώστε να τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού και των εργαζόμενων, τα συμφωνηθέντα με τους δανειστές ; Από που αντλεί αυτό το τεράστιο απόθεμα δημοκρατικής νομιμοποίησης, που της επιτρέπει να κρίνει μονομερώς πότε και πως μια συμφωνία είναι θετική, για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και των εργαζόμενων ;

Το ακροτελεύτιο όριο της λαϊκής εντολής της κυβέρνησης, είναι να παραμείνει η χώρα εντός της ΟΝΕ, χωρίς να υπογραφεί νέο μνημόνιο. Δηλαδή χωρίς να ληφθούν νέα επώδυνα μέτρα για τον κόσμο της εργασίας.

Είναι φανερό πλέον και στο πιο δύσπιστο κυβερνητικό στέλεχος, ότι παραμονή στην ΕΕ και στην ΟΝΕ, χωρίς την νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική βαρβαρότητα, ως απαραίτητο συνοδευτικό, δεν υπάρχει ως επιλογή. Δεν υπήρχε ποτέ.

Ωστόσο η κυβέρνηση δεν έχει ούτε εντολή για ρήξη. Όχι τυχαία. Δεν έχει τέτοια εντολή , γιατί δεν την ζήτησε από τον ελληνικό λαό, αλλά και γιατί δεν μπορεί να την πραγματώσει, καθώς δεν διανοείται την χώρα εκτός της ΕΕ και της ΟΝΕ. Δεν διανοείται δηλαδή, το ενδεχόμενο να λειτουργήσει η ελληνική κοινωνία, εκτός του πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού μοντέλου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Έχουμε λοιπόν μια κυβέρνηση που δεν έχει εντολή για ρήξη με την ΕΕ και την ΟΝΕ, ενώ ταυτόχρονα δεν έχει καμία εξουσιοδότηση να κρίνει κατά πόσον ένας συμβιβασμός με τους δανειστές, είναι συμβατός προς τα κοινωνικά όρια αντοχής του ελληνικού λαού. Κριτήριο των αποφάσεων της δεν μπορούν να είναι φυσικά, οι κάθε λογής δημοσκοπήσεις, που αξιοποιούνται από κυβερνητικούς παραχαράκτες των στατιστικών ευρημάτων, για να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση απολαμβάνει της αποδοχής της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας.

Καθώς, στις συγκεκριμένες δημοσκοπήσεις -όπως συνέβαινε και με την προηγούμενη κυβέρνηση- τα ερωτήματα που τίθενται, εμφανίζουν κάθε ενδεχόμενο ρήξης ως ολική καταστροφή, ενώ κάθε είδους συμβιβασμό, ως ένα αναγκαίο κακό μεν, εν πολλοίς διαχειρίσιμο, δε. Ενώ η έλλειψη αντιπολίτευσης -δεξιάς και αριστερής αντιπολίτευσης- με συνεκτική πολιτική πρόταση εξουσίας, αναδύει την ψευδαίσθηση ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, διατηρεί και επεκτείνει τα όρια της ηγεμονίας της.

Είναι ωστόσο ψευδαίσθηση. Δεδομένου, ότι η κυβέρνηση εγκλωβισμένη στο πεπερασμένο πεδίο ανάμεσα στην μη ρήξη και στον επώδυνο αλλά ( επωφελή !) συμβιβασμό, οδηγείται στην υιοθέτηση της ολότητας της νεοφιλελεύθερης θεώρησης και πρακτικής, σύροντας τον κόσμο της εργασίας, στα τελικά όρια της εξαθλίωσης. Που θα αποτελέσουν και τα τελικά όρια της ίδιας της κυβέρνησης, ανεξάρτητα από τον βαθμό επιβράδυνσης του πολιτικού χρόνου.

Η καθημερινά εξελισσόμενη κυβερνητική πρακτική, δεν αποτελεί ωστόσο, κεραυνό εν αιθρία. Ειδικά αν αναστοχασθούμε ιστορικά, το πολιτικό μοντέλο και το κοινωνικό πρόταγμα, που αυτού του τύπου η αριστερά, διαχρονικά εκφράζει. Πρόκειται για την αριστερά των μεγάλων συμβιβασμών, για την αριστερά που στο ενδεχόμενο της σύγκρουσης, λυγίζει από το βάρος της ευθύνης και το βάρος της απόφασης, ακριβώς γιατί είναι κατασκευασμένη από τα υλικά της συναίνεσης και του συστημικού ρεαλισμού.

Τα κατάφερε λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ. Κατάφερε να μην έχει εντολή ούτε για καθαρή ρήξη, ούτε για καθαρό συμβιβασμό. Πρόκειται για άλλο ένα επεισόδιο, του αέναου αυτοεγκλωβισμού της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, στην ουτοπία του ρεαλισμού της συνθηκολόγησης.

Καθώς αν προκύψει ρήξη ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης των ονειρώξεων περί δυνατότητας έντιμου συμβιβασμού με τους δανειστές, η κυβέρνηση είναι πολιτικά ανίκανη να διαχειριστεί μια επιλογή που δεν την πιστεύει, ενώ αν προκύψει συμφωνία με νέα μνημονιακά μέτρα -που θα ονομαστούν μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή ατζέντα- ο φασισμός και ο ναζισμός καραδοκούν.

Στην δεύτερη περίπτωση, μόνη ασπίδα για τους εργαζόμενους θα είναι τα κοινωνικά κινήματα οι αριστερές και αντικαπιταλιστικές συλλογικότητες και αγωνιστές, που θα κληθούν να ανασυστήσουν το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα στους δρόμους και στους κοινωνικούς αγώνες, σε ρήξη τόσο με τον φασισμό και την δεξιά, όσο και με κάθε εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας.

Στην πρώτη περίπτωση τα πράγματα είναι διαφορετικά, αλλά εξίσου δύσκολα. Καθώς μια ρήξη που προκύπτει, χωρίς να έχει επιλεχθεί, δεν θα είναι διαχειρίσιμο γεγονός για την κυβέρνηση, καθώς θα βρεθεί σε πλήρη αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο που θα ρευστοποιήσει περαιτέρω το κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, αναδομώντας τα όρια και τις προοπτικές του.

Το απευκταίο, που από ενδεχόμενο γίνεται πραγματικό, συμβαίνει καμιά φορά στην ιστορία.

Δίνοντας ίσως την ευκαιρία, στο περιθώριο αυτού του κόσμου, να γράψει ιστορία.

του Χρήστου Μιάμη
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s