Είμαστε η αριστερά, που ανεχθήκαμε


Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αριστερή κυβέρνηση. Δεν ήταν καν κυβέρνηση, κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας, με την έννοια της υπεράσπισης ενός μοντέλου κράτους πρόνοιας ή ενός προτάγματος μεικτής οικονομίας με την καθοριστική πρωτοκαθεδρία του δημοσίου τομέα. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως η συνέχιση της αστικής πολιτικής -της πιο ωμής νεοφιλελεύθερης εκδοχής της- με άλλα μέσα, δηλαδή με μια διαφορετική διαχείριση της ίδιας καπιταλιστικής εξουσίας, που μεταλλάχθηκε μόνο εξωτερικά, στο επίπεδο της μορφολογικής απόδοσής της.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, δεν επιτέλεσε παρά, τον ρόλο του ενδιάμεσου, του μεσολαβητή ώστε να συνεχίσει απρόσκοπτα η εφαρμογή του κεντρικού πολιτικού και οικονομικού σχεδιασμού των ευρωπαϊκών και εγχώριων καπιταλιστικών ελίτ. Σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης όπως η παρούσα, με την ιδιαίτερη ένταση και ποιότητα που αυτή λαμβάνει στην ελληνική περίπτωση, όπου διακυβεύεται βραχυπρόθεσμα η βιωσιμότητα του κυρίαρχου πλέγματος εξουσίας, το μέσο διαχείρισης αυτής της εξουσίας, δηλαδή το πολιτικό προσωπικό και η κρατική γραφειοκρατία, διαρρηγνύει την σχέση του με το σκοπό της διαιώνισης της ηγεμονική κυριαρχίας, μετατρεπόμενο το ίδιο σε σκοπό. Δηλαδή σε έκφραση της κυριαρχίας, δηλαδή, η ίδια η κυριαρχία. Πρόκειται για μια εξελικτική διαδικασία όπου ο φορμαλισμός της επίπλαστης διαφορετικότητας, υποτάσσεται και απορροφάται, από την δύναμη, την ενάργεια και την καθαρότητα του σκοπού.

Η συγκεκριμένη οπτική καθιστά εμφανές, ότι δεν υφίσταται περιθώρια διαφορετικού τύπου διαχείρισης της καπιταλιστικής εξουσίας, καθώς το πλαίσιο της κυριαρχίας εξελίσσεται σε ένα άκαμπτο μοντέλο διακυβέρνησης, όπου η εναλλαγή στην εξουσία διαφορετικών κομμάτων, δεν επιδρά παρά εξωτερικά, στην αλλαγή των στρατηγικών επιλογών, που παραμένουν αδιαπραγμάτευτες. Η αριστερά απέναντι σε αυτή την αμείλικτη πραγματικότητα έχει μόνο δύο επιλογές. Είτε να αυτοκαταργηθεί και να προσχωρήσει πλήρως στον σχεδιασμό της αστικής πολιτικής, είτε να αποπειραθεί να διαρρήξει το πλαίσιο της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αμφισβητώντας το σύνολο του πολιτικού και οικονομικού της προτάγματος.

Η καπιταλιστική εκδοχή του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, δεν αποτελεί εξαιρετική συγκυριακή διαδικασία , ούτε περιοδική ανωμαλία, που αντιδιαστέλλεται προς ένα υγιές μοντέλο καπιταλισμού που λόγω προτεσταντικού παραλογισμού των καπιταλιστικών ελίτ έχει εγκαταλειφθεί. Ο ακραίος, ωμός νεοφιλελευθερισμός είναι ο καπιταλισμός που αναλογεί στην υφιστάμενη στιγμή της εξέλιξής του, ενώ έλλογα παράγει τα πολιτικά και οικονομικά εξαγόμενα που αντιστοιχούν στην εν λόγω εξέλιξη. Με αυτή την έννοια μια αριστερά που προτάσσει την επιστροφή σε ένα πρότερο σημείο καπιταλιστικής ανάπτυξης, μη αμφισβητώντας τα βασικά στοιχεία του συστήματος, εγκλωβίζεται πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά, στον απόλυτα ελεγχόμενο ορίζοντα του καπιταλιστικού πλέγματος κυριαρχίας.

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για την νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία τύπου ΣΥΡΙΖΑ, που αποπειράται να αναβιώσει πολιτικά και οικονομικά ένα καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης που έχει προ πολλού ξεπεραστεί από την ίδια την κίνηση της καπιταλιστικής εξέλιξης. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιστρέψει σε ένα προηγούμενο σημείο ανάπτυξης του, καθώς οι τωρινές ανάγκες κερδοφορίας του, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ούτε στο ελάχιστο από μια τέτοια επιστροφή. Το μόνο που μπορεί να γίνει σε σχέση με τον καπιταλισμό ως κοινωνικό-πολιτικό πρόταγμα και ως οικονομικό υπόδειγμα είναι να ανατραπεί.

Ένα στόχος που ωστόσο προϋποθέτει μια διαφορετικού τύπου αριστερά και μια συντριπτικά διαφορετική κοινωνική και πολιτική αφήγηση, που θα σπάει τα δεσμά της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αμφισβητώντας το όλο της της καθημερινής ζωής στον καπιταλισμό, αναδεικνύοντας την δυνατότητα ηγεμονικής εμφάνισης των αναγκών και των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας. Πρόκειται για μια επιδίωξη που είναι ταυτόχρονα και κριτήριο, για την ανάδυση ενός αριστερού , εργατικού αντικαπιταλιστικού προτάγματος που θα είναι ικανό να προσδώσει όραμα, και στρατηγική απελευθέρωσης στους εργαζόμενους και στον λαό.

Εστιάζοντας στην ελληνική περίπτωση, που αναδεικνύεται ως χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα ενός καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης που δεν κατέστη δυνατό να μεταλλαχθεί ομαλά, σε επίπεδο κράτους, όπως και πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει σε μια διαδικασία βίαιης προσαρμογής, με τίμημα την ταξική γενοκτονία των εργαζόμενων, είναι διαυγές ότι αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους καπιταλιστές διεθνώς, ενώ ταυτόχρονα εξελίσσεται σε αντιπαράδειγμα για μια αριστερή θεώρηση που τοποθετείται με κριτήριο τα εργατικά συμφέροντα.

Δεδομένου ότι, η εναλλαγή των κυβερνήσεων την τελευταία πενταετία των μνημονίων, καθυστέρησε αλλά δεν άλλαξε τον σχεδιασμό των εγχώριων και ευρωπαϊκών καπιταλιστικών ελίτ, ενώ την ίδια στιγμή οι αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού ποδηγετήθηκαν μέσα αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, με τελευταίο και χειρότερο δείγμα, την εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, που συνέχισε το ίδιο μοντέλο πολιτικής, έχοντας παράλληλα εξευτελίσει κάθε έννοια ιστορική και πολιτική, της αριστεράς, συμβάλλοντας στην εδραίωση της πεποίθησης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική προοπτική απέναντι στον καπιταλισμό, παρά μόνο ο μονόδρομος της υποταγής και της ήττας.

Ευθύνη τεράστια σε αυτή την εξέλιξη φέρει το σύνολο της αριστεράς στην Ελλάδα, που είτε ανέχθηκε -ΚΚΕ- δια της αδράνειας της, την γιγάντωση του ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτική επιλογή απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές, είτε λειτούργησε ως συμπληρωματικά προς αυτόν -ΑΝΤΑΡΣΥΑ κυρίως- αγκιστρωμένη σε μια έωλη εκτίμηση ότι μια εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ θα λειτουργούσε θετικά, στα πλαίσια μιας μεταβατικής διαδικασίας, προς ένα γενικόλογο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Οι δύο αυτές εκδοχές αριστεράς δεν φέρουν ωστόσο το ίδιο βάρος ευθύνης και για τα ίδια πράγματα. Ακριβώς για αυτό είναι αναγκαίο, να αναλυθούν αυτά τα δύο κοινωνικό-πολιτικά υποδείγματα αριστεράς για να διαφανεί, η με διαφορετικό τρόπο αδυναμία τους, να αρθρώσουν πειστικό, πλειοψηφικό αντικαπιταλιστικό λόγο, που θα ήταν δυνατό να αναδείξει την δυνατότητα να στοχαστούν και να δράσουν η εργατική τάξη και ο λαός, εκτός του ασφυκτικού πλαισίου της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Σε ότι αφορά στο ΚΚΕ, η κύρια αδυναμία που εξελίσσεται σε τροχοπέδη στην ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος άπτεται στην εμμονή υποβάθμισης των επιμέρους κρισιακών αντιθέσεων που προκύπτουν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και οι οποίες είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν από μια εργατική κομμουνιστική θεώρηση, ώστε να αναδειχθεί με τρόπο άμεσο η κύρια αντίθεση κεφαλαίου- εργασίας που καθορίζει πρωταρχικά, σε επίπεδο περιεχομένου και μορφής, το κοινωνικό ζήτημα. Τέτοιου τύπου αντιθέσεις έχουν προκύψει πολλές την τελευταία περίοδο που εκτείνονται από το ζήτημα του δημοψηφίσματος και της αμφισβήτησης του ευρώ, μέχρι την ανάδυση ενός μειοψηφικού αλλά υπαρκτού κομματιού της ελληνικής κοινωνίας που στέκεται κριτικά, και πλείστες φορές εχθρικά απέναντι στην ΕΕ. Η ριζοσπαστικοποίηση ενός μέρους της ελληνικής κοινωνίας – όπως και το ΚΚΕ αποδέχθηκε- που εκφράστηκε με όχημα το δημοψήφισμα, παραμένει μετέωρη και αγκιστρωμένη εντός των συστημικών ορίων, ακριβώς γιατί δεν υφίσταται μια υπαρκτή , καταφατική εργατική πρόταση εξουσίας που να είναι αποφασισμένη να οδηγήσει την σύγκρουση με κάθε εκδοχή της αστικής πολιτικής, έως το τέλος.

Ταυτόχρονα η αναγκαιότητα υλικής αμφισβήτησης των όρων κυριαρχίας της αστικής πολιτικής στο κοινοβούλιο, στα εργατικά σωματεία και στον δρόμο, αποτελεί ένα διαρκές επίδικο και αυταπόδεικτη προϋπόθεση, ώστε να αναδειχθεί μια εργατική αντικαπιταλιστική διέξοδος σε χρόνο παρόντα , και να μην εξαντλείται σε μια γενικόλογη, αυτοαναφορική περιγραφή των δεινών του καπιταλισμού, που πραγματώνεται ως κενή θεωρητικολογία σε εκκωφαντική διάσταση, με το αναγκαίο πέρασμα στην αποδεικτική πολιτική πράξη. Η επιβεβαίωση εκ της πραγματικότητας της θέσης του ΚΚΕ αλλά και άλλων κομμουνιστικών δυνάμεων για την φύση του καπιταλιστικού συστήματος, όπως και για τον ρόλο της ΕΕ και της ΟΝΕ, ως εκτρωματικές καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, δεν αρκεί να μηρυκάζεται χαιρέκακα, αλλά πρέπει να αποτελέσει την ιδανική βάση ώστε να ξεδιπλωθεί σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, στους χώρους εργασίας και εκπαίδευσης, στα σωματεία και τις τοπικές συλλογικότητες ένας ταξικός εργατικός σχεδιασμός που θα γίνει πλειοψηφικός και μαζικός στην βάση των εργαζόμενων και του λαού, πριν εμφανισθεί σε επίπεδο κοινοβουλευτικό. Η ανάστροφη πορεία δεν είναι εφικτή, ενώ καταλήγει στην σχηματοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος, σε ένα κόμμα ανώδυνης διαμαρτυρίας εντός ή εκτός βουλής, που μεταθέτει τους πολιτικούς και κοινωνικούς του στόχους, στο απροσδιόριστο μέλλον.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί μια διαφορετική περίπτωση, αν και όχι άγνωστη στην ιστορική πορεία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Η δομή αυτής της μετωπικής πρωτοβουλίας, χαρακτηρίζεται εκ της κατασκευής της, από μια διττή αντίφαση που δεν μπορεί να επιλυθεί. Η συγκεκριμένη αντίφαση έγκειται στην απόπειρα στο να συνδεθούν θεωρητικά και πολιτικά ένας φλύαρος κενός περιεχομένου αντικαπιταλιστικός θεωρητικισμός με τον ρεαλισμό μιας μεταβατικής πρότασης αριστερής διακυβέρνησης, που σε καμία στιγμή της, δεν αποσπάται από το έδαφος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Το ειδικό βάρος αυτής της αντίφασης, είναι που έγειρε την τελευταία πενταετία την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο να προσκολληθεί ασυνείδητα ή συνειδητά , σε περιφερειακές ή κεντρικές πλευρές του πολιτικού σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς ήταν εν πολλοίς αδύνατο να διαχωριστεί με όρους πραγματικής πολιτικής, η πρόταση της από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα να θεωρείται είτε ως μέρος αυτής, είτε ως συνέχεια αυτής και ως πιθανό συνεπακόλουθο αποτέλεσμα, της ανάληψης της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα μετατράπηκε πολιτικά σε συμπληρωματικό υποσύνολο του ΣΥΡΙΖΑ και εκλογικά, σε δωρητή σώματος της “αριστερής” κυβέρνησης που αναδείχθηκε σε μονόδρομη επιλογή για μια μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ακόμη και τώρα το βλέμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι στραμμένο στις εσωτερικές διεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ, αναζητώντας τρόπους συνεργασίας με την ΛΑΕ που σημειωτέον, το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό όριο της είναι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, με την προσθήκη μιας εθνοκεντρικής πρότασης παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με όχημα την δραχμή, που δεν αμφισβητεί παρά επιδερμικά, το καπιταλιστικό πλαίσιο εξουσίας, συνιστώντας με τρόπο ξεκάθαρο και σαφή, πρόταση κυβερνητικής διαχείρισης εντός του καπιταλισμού.

Σε κάθε περίπτωση, η αναγκαιότητα δημιουργίας με όρους πολιτικούς, οικονομικούς, θεωρητικούς και πολιτισμικούς ενός εργατικού επαναστατικού κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος, γίνεται όλο και πιο αναπόδραστη όσο καταρρέουν οι αυταπάτες είτε περί δυνατοτήτων βελτίωσης πλευρών του καπιταλιστικού πλέγματος κυριαρχίας, είτε περί μιας ομαλής, μεταβατικής, γραμμικής διαδικασίας προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Μια διπλή κατάρρευση που συνδέεται οργανικά με την ιστορική αποκαθήλωση της αέναης υποταγής στο βάρος των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, που δεν αλλάζουν παρά δραματικά αργόσυρτα. Η μόνη αλήθεια σε σχέση με αυτό το ζήτημα, είναι ότι καμία αλλαγή των συσχετισμών δεν είναι εφικτή , όταν αυτή επιχειρείται μέσα από τους μηχανισμούς του αστικού κοινοβουλευτισμού ή όταν επιτείνεται το χάσμα ανάμεσα στην θεωρητική παραδοχή της αναγκαιότητας της επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλισμού και στην αντιφατική πολιτική πρακτική μιας άμυνας διαρκείας, που καταλήγει σε πολλαπλές και αλλεπάλληλες ήττες.

Η στρατηγική αποτελεί για την κομμουνιστική, εργατική αριστερά το μόνο ασφαλές κριτήριο για την συγκρότηση ενός ταξικά μονομερούς τακτικού πολιτικού σχεδιασμού. Η στρατηγική της επανάστασης, που θέτει στο προσκήνιο της καθημερινής πολιτικής πάλης, την καθαρή έκφραση των εργατικών συμφερόντων, σε επίπεδο κοινωνικό, ιδεολογικό, και οικονομικό, επαναφέροντας το ζήτημα της ανατροπής της καπιταλιστικής κυριαρχίας, ως την μόνη βιώσιμη επιλογή για τον κόσμο της εργασίας.

Η μέχρι τώρα, αδυναμία συγκρότησης μιας συνεκτικής κοινωνικής και πολιτικής εργατικής πρότασης εξουσίας, αποτέλεσε τελικά συνέπεια, της αδυναμίας της υπάρχουσας αριστεράς, στο να συμβάλλει ώστε η διασάλευση της ηγεμονίας του καπιταλιστικού πλέγματος εξουσίας -κατά την περίοδο της κρίσης- να εξελιχθεί σε καταλυτικό παράγοντα υπέρβασης των πυρηνικών, κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών εκφάνσεων της κυρίαρχης αφήγησης.

Αναδείχτηκε ωστόσο εμφατικά, η πολλαπλή κατάρρευση της πολιτικής θεολογίας του απρόσβλητου της καπιταλιστικής κυριαρχίας, όσο και η καταβαράθρωση ενός μεσσιανικού υποκειμενισμού, που λειτουργεί ως διαλεκτική διαδικασία απεγκλωβισμού, από την τεχνητή και εργαλειακή αποκοπή των αντικειμενικών δυνατοτήτων από τον μετασχηματιστικό ρόλο του εν δυνάμει, επαναστατικού υποκειμένου. Ώστε να μετουσιωθεί η δυνατότητα σε υπαρκτή , υλική πραγματικότητα.

Απομένει η ιστορική συνάντηση, της στρατηγικής της επανάστασης με εκείνη την εκφορά του κοινωνικού υποκειμένου, που θα σπάσει τα δεσμά της καπιταλιστικής ορθολογικότητας και θα ανοίξει τα σύνορα προς τον ορίζοντα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Μια συνάντηση που μοιάζει αδιανόητη. Αλλά δεν είναι αδύνατη.

του Χρήστου Μιάμη
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s