Το υπόγειο ρεύμα του Υλισμού της Συνάντησης, το μέλλον δεν υπάρχει


υλισμός της συνάντησης

Κανείς δεν μπορεί να ξεμπερδέψει εύκολα με τον μαρξισμό, κλειδώνοντας τον, εντός των ασφυκτικών ορίων μιας εγχειριδιακής διδαχής, που τον μετατρέπει σε ένα κανονιστικό θετικιστικό μοντέλο ανάγνωσης , πρόσληψης και κατανόησης της ιστορικής πραγματικότητας, όπου ο καπιταλισμός διαδέχεται μέσα από μια εξελικτική επαγωγική διαδικασία τον φεουδαρχικό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο ενώ ο σοσιαλισμός ή ακόμη και ο κομμουνισμός απορρέουν περίπου έλλογα ως αποτέλεσμα κορεσμού ή κατάρρευσης του καπιταλιστικού υποδείγματος. 

Πρόκειται για μια ιδεαλιστική οπτική που αντιμετωπίζει με τρόπο ευθύ, η θεώρηση του υπόγειου ρεύματος του υλισμού της συνάντησης, καθώς θέτει το ζήτημα της Ιστορίας, δηλαδή της ιστορικής πράξης ως αποτέλεσμα των επιλογών των ανθρώπων , των επιλογών των ίδιων των υποκειμένων, ως μια ενδεχομενικότητα που αφορά τόσο στην εν γένει πραγμάτωσή τους, όσο και στους δρόμους, στους τρόπους και στις μεθόδους που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν, για την πραγματοποίηση αυτών των επιλογών.

Μέσα από αυτό το πρίσμα ο μαρξισμός της συνάντησης ή αλλιώς ο μαρξισμός του αστάθμητου, αναδύεται, ως μια μαρξιστική προσέγγιση της προοπτικής της ιστορίας των ανθρώπων, απαλλαγμένη από την σκουριά του θετικισμού ή από την παραλυτική επιδίωξη να ιδωθεί το μαρξικό και κομμουνιστικό πρόταγμα ως η γραμμική ανεστραμμένη εκδοχή του καπιταλισμού, που έρχεται να τον αντικαταστήσει, ως αποτέλεσμα ενός αποστεωμένου – από την ανθρώπινη κίνηση- εξελικτισμού, όπου η απελευθέρωση κοινωνική, πολιτική και οικονομική από την καπιταλιστική κυριαρχία, θα πέσει περίπου ως αναμενόμενη λεία, στα χέρια των νικητών. Πρόκειται για την επιτομή ενός θεολογικού μεσσιανισμού, που κάνει αισθητή την εμφάνιση του με ένα διττό τρόπο.

Πρωταρχικά ως ένας μεσσιανισμός της κατάρρευσης, και πιο συγκεκριμένα της καπιταλιστικής κατάρρευσης που θα προκύψει περίπου φυσιολογικά ως αποτέλεσμα των ανειρήνευτων εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού, και στην συνέχεια ως ένας μεσσιανικός τελεολογισμός του αποστολικού ρόλου της εργατικής τάξης, που ως τάξη επιούσια, είναι προγραμμένη, να απελευθερώσει τον εαυτό της και την ιστορία από τον καπιταλιστικό ζυγό. “Με μια τέτοια διδασκαλία η τάξη ξέχασε το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. Γιατί τρέφονται και τα δυο από την εικόνα των υποδουλωμένων προγόνων και όχι από το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών “ 1

Αυτή η διττή μεσσιανική απολογητική, βρίσκεται σε διαρκή όσμωση, με την κατανόηση του κομμουνισμού ως αποτέλεσμα μιας ποσοτικής συσσώρευσης προϋποθέσεων, που αποτελούν ταυτόχρονα τόσο όρο για την έλευσή του, όσο και προϋπόθεση για την διαιώνισή του. Πρόκειται για μια θεώρηση που εκλαμβάνει τον ιστορικό χρόνο που παρήλθε με τρόπο δεδομένο ως αυτός να κυοφόρησε με τρόπο αναπόδραστο τις αντικειμενικές προϋποθέσεις μιας μελλοντικής έλευσης, που εκλαμβάνεται επίσης ως δεδομένη, ως αποτέλεσμα και εξαιτίας των προϋποθέσεων που ήδη υπήρξαν, ως ένα πεπερασμένο παρόν που εξήλθε της του ορίζοντα του παρόντος ιστορικού χρόνου.

Με αυτή την έννοια η συνάντηση του ανθρώπου των σκούδων με τον γυμνό από υπάρχοντα και ιδιοκτησία προλετάριο, θεωρείται ως μια αυτονόητη ιστορική συνάντηση που λειτουργεί ως σημείο ορόσημο, για την έναρξη της εποχής του καπιταλισμού, που ανατέλλει μέσα από τα αποκαΐδια της φεουδαρχίας. Τι θα συνέβαινε όμως αν αυτή η συνάντηση δεν είχε ποτέ πραγματοποιηθεί ; Ή ακόμη ήταν βέβαιο πως θα πραγματοποιηθεί , με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε στο πολιτικό χρόνο που πραγματώθηκε, με τις συνέπειες που την ακολούθησαν και εμφανίστηκαν εξαιτίας της ;

Ακόμη περισσότερο, αν θεωρηθεί δεδομένη αυτή η συνάντηση και αν υιοθετηθεί μια ιστορική θεώρηση που εδράζεται στην πεποίθηση ότι περίπου έλλογα οι φεουδάρχες παρέδωσαν την βασιλεία τους στους αστούς, ως μέρος ενός προδιαγεγραμμένου παιγνίου, στα πλαίσια μιας ιδιότυπης ιστορικής σκυταλοδρομίας, τότε προβάλλει φυσιολογικά το συμπέρασμα ότι ο κομμουνισμός θα προκύψει περίπου φυσιολογικά ως απόρροια της ιστορικής ολοκλήρωσης του καπιταλιστικού κύκλου. Ισχύει όμως μια παρόμοια διαπίστωση ;

Σίγουρα όχι. Αυτή η άρνηση, αποτελεί και το κύριο επίδικο της παρούσης οπτικής, η οποία αποπειράται να αποκαθηλώσει το μεσσιανισμό της κομμουνιστικής τελεολογίας από τον θώκο της, να προσπαθήσει να ενσκήψει στην θέση ότι ο μαρξισμός της ανάγκης και της τελεολογίας είναι μια εκδοχή ανακατασκευασμένου ιδεαλισμού, ακριβώς γιατί στηρίζεται στην καταφατική αποδοχή της αναγκαιότητας, το κομμουνιστικό σχέδιο να αποτελεί τον αυτονόητο ορίζοντα μιας προεξοφλημένης καπιταλιστικής περάτωσης, σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό ακόμη και πολιτισμικό.

Πρόκειται για ένα εγχείρημα φιλοσοφικό και πολιτικό εξαιρετικά δυσχερές καθώς προσβλέπει σε μια αλώβητη τροχοδρόμηση ανάμεσα από τις συμπληγάδες μιας γενικής διαλεκτικής της Ιστορίας από την μία, και μιας μεταμοντέρνας ατομικιστικής πρόσληψης αυτής , που αμφότερες καταλήγουν στην αποδοχή και στην υποταγή στην δύναμη μιας θεολογίζουσας φιλοσοφίας όπου η ιστορία είτε είναι προδιαγεγραμμένη, είτε ως καθολική αναφορά, δεν γράφεται ποτέ. Η βασική επιδίωξη λοιπόν συνίσταται, στο να αναδυθεί η αδιανόητη δυναμική που διέπει το δίπολο συντελεσμένου και μη συντελεσμένου γεγονότος, συντελεσμένης και μη συντελεσμένης ιστορίας, ώστε ο καπιταλισμός ως ένα διαρκές πραγματοποιήσιμο γεγονός, να κατανοηθεί ως μια πραγματικότητα ενδεχόμενα διηνεκής , ενδεχόμενα θνησιγενής.

Το παρελθόν ως μια στιγμή ενός διαρκούς παρόντος που πραγματοποιείται, δεν αποτελεί απόδειξη για το επερχόμενο μέλλον που κυοφορείται ήδη σε μια παρούσα κατάσταση που αποδημεί στο παρελθόν και ανασυστήνεται ως μέλλον. Το μέλλον δεν υπάρχει ως ταυτοτική συνέχεια του παρελθόντος που το ξεβράζει στο ενεργό παρόν.

Η ιστορία ως παρελθόν, παρόν, και μέλλον δεν είναι παρά η βίαιη εισβολή του αδιανόητου, σε μια πραγματικότητα που είναι τόσο ρευστή όσο και η ανθρώπινη πράξη. Με αυτή την έννοια το μαρξικό φιλοσοφικό, κοινωνικό και πολιτικό πρόταγμα δεν αντιστοιχεί σε μια ιδεώδη πολιτεία, σε μια γη της επαγγελίας, ή σε μια χαμένη Ατλαντίδα.

Αντίθετα συστήνεται στην ανθρώπινη ιστορία, ως τομή μιας φαινομενικά απρόσβλητης -καπιταλιστικής – πραγματικότητας καθιστώντας το ενδεχόμενο της διάρρηξης της, ως μια πιθανή παρέκκλιση, έκφανση μιας αμφίρροπης συνάντησης απρόσβλητου και αδιανόητου, που διαταράσσει την ψευδή νηνεμία της καπιταλιστικής κανονικότητας.

Κάθε βελανίδι μπορεί να σκέπτεται ότι θα γίνει βελανιδιά 2

Θα μπορούσαμε να θέσουμε το ερώτημα ως εξής : κάθε “βελανίδι” μπορεί να σκέπτεται ότι θα γίνει βελανιδιά. Αν τα ¨βελανίδια” είχαν ιδεολογία, θα ήταν ακριβώς η ιδεολογία που θα τα ωθούσε να αισθάνονται γκαστρωμένα και έτοιμα να γεννήσουν βελανιδιές. Στην πραγματικότητα όμως τα 999 στα 1000 βελανίδια χρησιμεύουν ως τροφή για τα γουρούνια συμβάλλοντας, το πολύ πολύ, στην παραγωγή σαλαμιών και μορταδέλας”. 3

Το συγκεκριμένο απόσπασμα από τον Γκράμσι, καταδεικνύει με τον πιο εύγλωττο τρόπο, την κενότητα της βεβαιότητας ότι μια συγκεκριμένη αλληλουχία αντικειμενικών και υποκειμενικών δεδομένων, οδηγεί στο αποτέλεσμα που η σχέση αυτών των δεδομένων, ήταν προορισμένη να παράξει. Το πεσμένο βελανίδι ενώ ακούμπησε στο έδαφος, καθιστώντας δυνατή την συνάντησή του με το ενδεχόμενο να ανασυσταθεί ως βελανιδιά, αυτή η συνάντηση δεν διήρκεσε, δεν μετουσιώθηκε σε μια συνάντηση που “έπιασε”.

“Μπορούμε να τα πούμε όλα αυτά με διαφορετικό τρόπο: το όλο που προκύπτει από την «εμπέδωση» της «συνάντησης» δεν είναι προγενέστερο, αλλά μεταγενέστερο της «εμπέδωσης» των στοιχείων, και συνεπώς θα μπορούσε να μην «πιάσει» και, πολύ περισσότερο, «η συνάντηση θα μπορούσε να μη λάβει χώρα» 4

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαία μια επιστροφή στην συνάντηση του ανθρώπου των σκούδων και του γυμνού προλετάριου. Πρόκειται για μια συνάντηση που συνέβη, που θα μπορούσε όμως να μην είχε συμβεί, και να μην είχε γεννήσει τα αποκρυσταλλώματα κοινωνικά, πολιτικά , οικονομικά και πολιτισμικά που έθεσαν τα ερείσματα για την εμπέδωση της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ωστόσο, πως πριν ακόμη καταστεί αυτή η συνάντηση δυνατή τα δύο μέρη αυτής της συνάντησης έφεραν το φορτίο, τα στοιχεία, σε επίπεδο περιεχομένου και μορφής, -που ως έτοιμα από καιρό- σχηματοποιήθηκαν ως καπιταλιστική έκφραση της ιστορίας.

Μια τέτοια οπτική θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το ξεπέρασμα της φεουδαρχίας ήταν εξαρχής μια βεβαιότητα, από τις απαρχές εμφάνισής της, και έμενε μόνο η εξελικτική περαίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων , ώστε αυτό να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο μια τέτοια βεβαιότητα δεν μπορεί να υποστηριχθεί, καθώς η τελική επικράτηση της αστικής τάξης και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής δεν υπήρξε μια ομαλή , γραμμική διαδικασία αλλά μάλλον μια βίαιη ,αιματηρή καθολική αναπροσαρμογή των όρων κίνησης της ανθρώπινης ιστορίας, μια απροσδόκητη εξέλιξη, μια ολοσχερής παρέκκλιση από την πρότερη κανονικότητα.

Μια απροσδόκητη παρέκκλιση που δεν ήταν εγγεγραμμένη σε κάποιον μυστικό κώδικα προεξοφλημένης εξέλιξης, αλλά που αντίθετα ανέτρεψε τους όρους, μιας εξελικτικής πορείας που έμοιαζε αυτονόητη μέχρι να υπερκεραστεί. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό στην κοινωνική εξέλιξη αυτό εξαντλείται, στην πλήρη αδυναμία αυτό να σχηματοποιηθεί , σε ένα συγκεκριμένο θεωρητικό ή φιλοσοφικό μοντέλο, που να μπορεί με ακρίβεια να προβλέψει την επόμενη στροφή της ιστορίας. Καθώς η ιστορία και το μέλλον δεν προβλέπονται, αλλά βιώνονται ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης πράξης.

Επιπλέον η συνάντηση του προλετάριου που εκδιωγμένος από την γη του, χωρίς μέσα συντήρησης και παραγωγής, με μόνο εφόδιο την εργατική του δύναμη, με τον άνθρωπο των σκούδων, την φιγούρα του αστού κεφαλαιοκράτη που αμφότεροι αφήνουν τα πρώτα τους χνάρια στους δρόμους της ιστορίας, θα μπορούσε να ήταν μια συνάντηση που να μην διαρκέσει. Μια συνάντηση που το εύρος και η έκταση των ανειρήνευτων αντιθέσεων που την χαρακτήριζαν, να εκφραστεί σε μια συντριπτική σύγκρουση, σε ένα ανηλεή πόλεμο που θα ακύρωνε εν την γενέσει της,την διαδικασία συγκρότησης του καπιταλιστικού υποδείγματος. Θα μπορούσε να ήταν μια σύγκρουση που να παράξει μια πλήρη αναρχία, μια διαρκή σύρραξη, ή ακόμη και μια συνολική επιστροφή σε προ-φεουδαρχικά κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά μοντέλα ζωής.

Ωστόσο εξελίχθηκε σε μια συνάντηση που διήρκεσε. Ο προλετάριος υποτάχθηκε στην δύναμη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγικής διαδικασίας, εντάχθηκε οργανικά εντός της γραμμής παραγωγής, ενώ το κράτος σε συνέργεια με το αναπτυσσόμενο βιομηχανικό κεφάλαιο φρόντισαν ώστε οι όροι τη υποταγής να επιβάλλονται ακόμη και με την βία όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Η ωμή βία της φεουδαρχίας, κληροδοτήθηκε με νέους τρόπους και μεθόδους στην καινούργια πραγματικότητα.

Ο K. Marx περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την διαδικασία της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου 5 , όπου αναδεικνύεται με τρόπο έκδηλο, πως η σχέση ενότητας και αντίθεσης μεταξύ προλετάριου και κεφαλαιοκράτη που αναπτύχθηκε στα πρώτα βήματα της γέννεσης του κεφαλαίου, ήταν μια σχέση πολεμική, μια σχέση καταπιεστή και καταπιεζόμενου, που σε καμία της στιγμή δεν έλαβε τον χαρακτήρα μιας ομαλής και ειρηνικής μετάβασης. Αντίθετα υπήρξε μια σχέση – διακύβευμα, που εξελίχθηκε ως τέτοια, σε όλη την διάρκεια του ιστορικού χρόνου.

Καθώς μια βίαιη παρέκκλιση από την καπιταλιστική κανονικότητα είναι πάντα δυνατή και πάντα ενδεχόμενη, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι ακόμη και μια συνάντηση που έχει “πιάσει”, μπορεί ανά πάσα στιγμή να συντριβεί, να διαρρηχθεί η ενότητα της, δεδομένου ότι αυτή εδράζεται στην συνθήκη του απροσδόκητου που την γέννησε, και που ακριβώς για αυτό, μπορεί να προκαλέσει την αιφνίδια ολοκλήρωσή της.

Το κλειδί στον υλισμό της συνάντησης , είναι η έννοια του απροσδόκητου, η κατάσταση αδιανόητου, που εισβάλει εντός της υφιστάμενης κατάστασης κυριαρχίας, εξωθώντας την, εκτός του ορίζοντα της ηγεμονίας της. Πρόκειται για μια κατάσταση η οποία δεν είναι δυνατόν να σχεδιαστεί διεξοδικά, να τοποθετηθεί χρονικά, να τεθεί για αυτή, αφετηρία και τέλος.

Με αυτή την έννοια ο υλισμός της συνάντησης, είναι ένας μαρξισμός εν δυνάμει, που προσλαμβάνει την καπιταλιστική πραγματικότητα στην κίνησή της, αναγνωρίζοντας τις γενικές τάσεις αυτής της κίνησης, χωρίς ωστόσο να την κατανοεί και να την αναγνωρίζει, ως μια γραμμική διαδικασία που προχωρά απρόσκοπτα προς ένα γνωστό τέλος. πειθαρχώντας στην ισχύ κάποιων απαράβατων νόμων που δεν μπορεί να υπερβεί.

Άλλωστε, οι σιδερένιοι νόμοι της ιστορίας λιώνουν στην φωτιά της ιστορίας.

Η συνάντηση προλετάριου και κεφαλαιοκράτη έχει διαβεί πολλά κατώφλια και έχει προσπεράσει πολλά ορόσημα, έχοντας αναδείξει, μια ανυπέρβλητη αλήθεια. Ότι δεν υφίσταται ένας συγκεκριμένος, δεδομένος και επαληθεύσιμος δρόμος και τρόπος μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Ότι δεν υφίσταται δηλαδή, η κομμουνιστική προοπτική ως έλλογη, φυσική συνέχεια του καπιταλισμού όταν αυτός προσεγγίσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που ταυτόχρονα θα σημάνει και την έξαρση των εσωτερικών αντιφάσεων του, σε βαθμό αναπότρεπτης έκρηξης.

Οι δεδομένες αντιθέσεις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές που γεννιούνται εντός του καπιταλισμού και εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συγκεκριμένα, δεν σημαίνουν απαραίτητα ούτε την κατάρρευσή του, ούτε την διαιώνισή του.

Μια παρέκκλιση ωστόσο αρκεί εάν αυτή συμβεί, να διαταράξει την εσωτερική ισορροπία του συστήματος. Μια παρέκκλιση που όμως, δεν μπορεί να προγραμματισθεί. Καθώς αν ο περιπλανώμενος προλετάριος της πρωταρχικής συσσώρευσης δεν είχε εκ προοιμίου εγγεγραμμένα στο σώμα του, τα στοιχεία της μισθωτής σκλαβιάς του, τότε και η εργατική τάξη δεν φέρει στο σώμα της αναπόδραστα τα σημάδια μιας επερχόμενης επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλισμού.

Η κατάρα ή η ευλογία του προ-γραμμένου δεν υπήρξε ποτέ, ούτε για τον γυμνό προλετάριο του 17ου αιώνα ούτε για το σύγχρονο εργάτη του 21ου.

Τον μέλλον, ως παρόν σε εκκρεμότητα

Χρόνος και Ιστορία εμφανίζονται συνεχώς λοιδορώντας εκκωφαντικά, κάθε προσπάθεια μιας γραμμικής και αποστειρωμένης αντίληψης, που υποβαθμίζει την ανθρώπινη πράξη ως άγουσα και φέρουσα, από μια περίπου δεδομένη και απρόσβλητη ιστορική εξέλιξη. Η ανθρώπινη πράξη, ως πράξη μιας οικουμενικής ατομικότητας, επιδρά καθοριστικά στον Χρόνο και στην Ιστορία, νοηματοδοτώντας τον χρόνο, και πράττοντας ιστορία.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο μία γραμμική, μη διαλεκτική, θέαση και αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων, είναι ξένη ως προς την θεωρητική οπτική του υλισμού της συνάντησης. Το αστάθμητο όχι μόνο παρέχει την δυνατότητα μίας δυναμικής, μη γραμμικής ανάγνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά επιπλέον αποτελεί μια προτροπή ώστε να αποφευχθεί μια στεγνή και ατελέσφορη απόπειρα, αναπαραγωγής των κοινωνικών φαινομένων και των συνεπειών τους.

Ενδεικτικό παράδειγμα η ανάγνωση των Ηardt και Negri6 για την Μητρόπολη, και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν τη συνάντηση( encounter). Πρόκειται για την τυχαία και απρόβλεπτη συνάντηση- ή αλλιώς συνάντηση της ετερότητας μέσα σύγχρονη πόλη. Ομάδες ατόμων ή ατόμων συναντιούνται τυχαία στο πέρασμά τους στην πόλη, η συναντήσεις αυτές είναι δυνατόν να παράγουν δυναμικές κουλτούρες, ή κοινωνικές συγκρούσεις, έτσι οι συναντήσεις μπορεί να είναι είτε επικερδείς είτε επιζήμιες. Ωστόσο η έννοια της συνάντησης για τους Hardt και Negri, δεν είναι μία παθητική πράξη αλλά επιβάλλεται να οργανώνεται πολιτικά για να είναι επιτυχής: “η επιτυχημένη συνάντηση, στην πραγματικότητα, παράγει ένα νέο κοινωνικό σώμα το οποίο είναι πιο ικανό από αυτό που μπορούν να κάνουν τα μεμονωμένα σώματα (…) Η πολιτική της μητρόπολης είναι η οργάνωση των συναντήσεων7”.

Είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί από μια σύγχρονη μαρξική προσέγγιση της ανθρώπινης ιστορίας ο υλισμός της συνάντησης, ως ένας μαρξισμός που είναι δυνατόν να αποτελέσει μια νέα ευκαιρία σύνδεσης του κομμουνιστικού εγχειρήματος με την εργατική τάξη, ως το εν δυνάμει υποκείμενο της επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Καθώς μια μεγάλη πορεία έχει ήδη γίνει. Ο γυμνός προλετάριος στην λυκαυγές της καπιταλιστικής εποχής, βρίσκεται τώρα εγκλωβισμένος εντός των πεπερασμένων ορίων του αστικού πολιτισμού , πιο προλετάριος από ποτέ , δέσμιος μια σύγχρονης σισύφειας τραγωδίας, στην οποία είναι ταυτόχρονα πρωταγωνιστής και θεατής.

Η οπτική του υλισμού της συνάντησης είναι η κατάφαση προς έναν μαρξισμό που αρνείται κάθε μορφής αιτιοκρατίας, και για αυτό κάθε ιδεαλισμό που τον καθιστά εκδοχή ενός πρωτόγονου δαρβινισμού. Πρόκειται για την ρήξη με έναν μαρξισμό που ελάχιστη σχέση διατηρεί με την δυναμική της ιστορικής πραγματικότητας στον βαθμό που αυτή που δεν μπορεί να προσληφθεί εντός μιας ευθύγραμμης αντίληψης του ιστορικού χρόνου. Καθώς ο υλισμός της συνάντησης, συνίσταται στην σχέση , στους δεσμούς που σφυρηλατεί ο μαρξισμός με τον ιστορικό χρόνο, ως ένα μέγεθος που καθορίζει αλλά και καθορίζεται από το διηνεκές κριτήριο της ανθρώπινης πράξης.

Το μέλλον, το κάθε φορά μέλλον, είναι ένα παρόν σε εκκρεμότητα. Όπως το παρελθόν δεν εγγράφει στο ενδεχόμενο μέλλον, τα αρχετυπικά στοιχεία που το καθόρισαν, έτσι και το παρόν, ως έκφραση της ενάργειας της ανθρώπινης πράξης καθιστά το μέλλον τόσο ενδεχομενικό όσο και η ανθρώπινη πράξη. Με αυτή την έννοια, το κομμουνιστικό εγχείρημα αποτελεί μια διαρκής πιθανότητα, παρούσα ως μελλοντική προβολή της ανθρώπινης δράσης, όπως με τον ίδιο τρόπο η διαιώνιση με νέους τρόπους και μέσα της καπιταλιστικής εξουσίας συνιστά μια ταυτόχρονα πιθανή εκβολή του παρόντος, εντός ενός μέλλοντος, που πραγματώνεται κάθε στιγμή.

Ο υλισμός της συνάντησης αντιδιαστέλλεται προς κάθε προφητεία που τάχα φέρει την ολότητα μιας παρελθούσης γνώσης που στο εσωτερικό της κρύβεται το μυστικό μιας μελλοντικής πραγματικότητας. Ίσως μια αντίστροφη πορεία είναι που πρέπει να χαραχθεί. Από τον μαρξισμό των λύσεων, των απαντήσεων, των βεβαιοτήτων, των μελλοντικών προβολών μιας πρότερης εμπειρίας, να καταστεί δυνατή η μετάβαση σε ένα μαρξισμό της συνάντησης του υποκειμένου, με μια κοσμολογία που αντί για απαντήσεις αναζητά ερωτήματα, αντί για άμεσες λύσεις που διατηρούν την ουσία της καπιταλιστικής κυριαρχίας, να αναζητά τον καθαρό ορίζοντα πέρα από τον ήδη δοσμένο, αντί να αδράχνει το νήμα από εκεί που το αφήνει η καπιταλιστική αφήγηση, να κόψει οριστικά το νήμα αυτής της αφήγησης.

Ο υλισμός της συνάντησης είναι σε τελική ανάλυση, η συνάντηση ενός υποκείμενου που αναδύεται εντός της καπιταλιστικής πραγματικότητας με τρόπο απροσδόκητο, με το αδιανόητο ενδεχόμενο η ιστορία να γραφτεί χωρίς την χρήση του πάντα ίδιου μολυβιού.

Ο υλισμός της συνάντησης σε αντίθεση με την μεταμοντέρνα μικροβιολογία της πολιτικής, ενώνει τις επιμέρους ατομικότητες σε μια ελεύθερη καθολική ατομικότητα, ως υποκείμενο μιας ενδεχόμενης επαναστατικής διαδικασίας που δεν είναι αναγκασμένο να πυροδοτήσει, και ακριβώς για αυτό, έχει την επιλογή να το πράξει.

Ίσως ο K. Marx , εκφράζει αυτή την προοπτική με τον πιο γλαφυρό τρόπο γράφοντας στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Η κοινωνική επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν μα μόνο από το μέλλον. Δεν μπορεί να αρχίσει από τον ίδιο τον εαυτό της αν δεν σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις για να θολώσουν το περιεχόμενο τους. Η επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα πρέπει να αφήσει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο. Εκεί η φράση ξεπερνάει το περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο ξεπερνά την φράση 8”.

Ο κομμουνισμός δεν μπορεί να προκύψει ως ανάμνηση νικηφόρων ή ηττημένων επαναστάσεων. Ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να εκφέρεται ως μια ιστορική αναγκαιότητα που με τον έναν ή το άλλο τρόπο θα πραγματωθεί, ως απόρροια, ως επιστέγασμα μια εξελικτικής πορείας μαρασμού της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Για να πραγματωθεί η κομμουνιστική προοπτική πρέπει να πάψει να είναι βεβαιότητα, πρέπει να επιβληθεί ο αναστοχασμός της πιθανότητας να μην πραγματοποιηθεί ποτέ, και τότε να αναζητηθούν οι δρόμοι που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε μια πιθανή μη πραγματοποίηση των προταγμάτων που φέρει η κομμουνιστική επιλογή.

Καθώς ο κομμουνισμός είναι δυνατόν να προκύψει και πιθανά να προκύψει, μόνο ως βίαιη παρέκκλιση. Η διττή θεολογία της ατέρμονης αναμονής ώστε να συντρέξουν όλες οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις έλευσης του κομμουνισμού, όπως και μεσσιανική φενάκη περί βαθμιαία αλλαγής των όρων δόμησης του καπιταλιστικού υποδείγματος μέχρι την σταδιακή του αποψίλωση, αποτελούν ταυτόχρονη προβολή μιας μαρξίζουσας εκδοχής της πολιτικής, της οικονομίας και της ιστορίας που συγκροτείται έχοντας ως μέτρο συγκρότησης, τα όρια που τίθενται από το εύρος και την έκταση της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Πρόκειται για την ανάδυση της μεσσιανικής εκδοχής της σωστής στιγμής. Της σωστής στιγμής που θα προκύψει είτε ως αποτέλεσμα μιας βαθμιαία κατάρρευσης, είτε ως αποτέλεσμα μιας βαθμιαία αποδόμησης του καπιταλιστικού ηγεμονικού πλαισίου εξουσίας. Ωστόσο η σωστή στιγμή δεν υφίσταται, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει.

Η εργατική τάξη δεν είναι μονοσήμαντο προϊόν την βιομηχανικής επανάστασης, ή απλή αντανάκλαση των όρων εκμετάλλευσης της στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας. Η σύγχρονη εργατική τάξη είναι κυρίως και καθοριστικά, δυναμικό ιστορικό αποτύπωμα μιας συνάντησης που έγινε και μιας συνάντησης που δεν διήρκεσε. Είναι δηλαδή η διαρκής, διηνεκής έκφραση της συνάντησης του πρώτου προλετάριου με τον πρώτο κεφαλαιοκράτη, αλλά ταυτόχρονα και η συνάντηση του προλετάριου με τα μηνύματα, τους στόχους και τις προσδοκίες της Κομμούνας, της Οκτωβριανής Επανάστασης, της Κουβανικής Επανάστασης, του Μάη 68.

Η πρώτη συνάντηση “έπιασε ” και συνεχίζει να υφίσταται μεταλλασσόμενη με φρενήρεις ρυθμούς μέσα στον κυκεώνα του ιστορικού χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες συναντήσεις με το αδιανόητο της υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας δεν μπόρεσαν ποτέ να απαλλαγούν από την μεταφυσική των ¨σιδερένιων νόμων κίνησης της ιστορίας”, πιάνοντας το νήμα της Αριάδνης από εκεί που αφέθηκε, με τους προλετάριους γυρολόγους σε ένα λαβύρινθο, μέχρι που επέστρεψαν στην είσοδό του. Πολύ δύσκολα η εργατική τάξη θα διαβεί πάλι το κατώφλι αυτής της εισόδου, και σίγουρα δεν μπορεί να το πράξει με τους παλιούς τρόπους.

Από αυτή την σκοπιά το μέλλον δεν μπορεί να περιμένει ακριβώς γιατί δεν υπάρχει. Η παρούσα εκκρεμότητα, μιας δυνατής παρέκκλισης που μπορεί να συμβεί σε χρόνο ενεστώτα και να αφορά μια συνάντηση του αδιανόητου με το απρόσβλητο της καπιταλιστικής κυριαρχίας, που ως μελλοντική προβολή ενδέχεται να διαρκέσει, δεν αποτελεί μια τυχαία ανωμαλία, που με τρόπο τυχαίο μπορεί να προκύψει.

Ο υλισμός της συνάντησης δεν είναι το αδύναμο αποκρυστάλλωμα μιας γενικής, άμορφης, απροσδιόριστης πιθανότητας να διαρρηχθεί από μια αλληλουχία τυχαιότητας, το αρραγές της καπιταλιστικής κανονικότητας. Αντίθετα πρόκειται για την έκφραση μιας δυναμικής διαλεκτικής όσμωσης των αντιφάσεων μιας αντικειμενικής κατάστασης και του τρόπου που αυτές οι αντιφάσεις μετουσιώνονται από το υποκείμενο που υπόκειται τις συνέπειές τους, από μια αυθόρμητη πρωτογενή άρνηση σε μια διαρκή κατάφαση προς μια καθολική παρέκκλιση από τα πεπερασμένα όρια μιας πραγματικότητας, που δεν είναι πια ανεκτή. Ακόμη περισσότερο, ο υλισμός της συνάντησης είναι η δυνατότητα του υποκειμένου – της εργατικής τάξης- να συμπυκνώσει σε μια στιγμή παρελθόν, παρόν και μέλλον, καθιστώντας το αδιανόητο της ρήξης με την πραγματικότητα που κυοφόρησε αυτή την παρέκκλιση -ως τερατογένεση για την ίδια- σε μια απροσδόκητη δυνατότητα να υπάρξει ιστορία, χωρίς να υποκλίνεται στα πρότερα ιστορικά κεκτημένα, που λειτουργούν ως δεσμοφύλακας για μια αναπάντεχη εξέλιξη.

Ο υλισμός της συνάντησης τελικά, δεν είναι η έκφραση ενός Λεβιάθαν που παίζει ζάρια με την ανθρώπινη ζωή. Είναι η ίδια η ανθρώπινη πράξη που παίζει σκάκι με την ιστορία, όντας η ίδια ιστορία, χωρίς όρια και χωρίς κανονισμούς.

Σε έναν κανόνα υποτάσσεται ο υλισμός της συνάντησης, ο μαρξισμός του αδιανόητου : στον κανόνα , ότι κάθε πρότερο πλαίσιο κανονικότητας, που κατασκευάστηκε για να αποτρέψει κάθε παρέκκλιση από αυτό, είναι δυνατό να διαρρηχθεί, από την αδιανόητη ανθρώπινη πράξη που εκούσια, διασπά βίαια το αποστεωμένο συνεχές της κυριαρχίας.

Άλλωστε, “ Ο ιστορικός υλιστής αφήνει τους άλλους να εξαντληθούν με την πόρνη που ονομάζεται “Μια φορά και ένα καιρό” στο μπουρδέλο του ιστορικισμού. Παραμένει κύριος των δυνάμεών του : ώριμος αρκετά για να ανατινάξει το συνεχές της ιστορίας 9“.

Ο αγρότης , ή ο τεχνίτης της φεουδαρχίας δεν ήταν προγραμματισμένος να καταλήξει στις φάμπρικες της βιομηχανικής επανάστασης. Θα μπορούσε να αποτινάξει τον ζυγό της φεουδαρχίας , πριν αυτή μεταλλαχθεί στο πρόσωπο του καπιταλιστική κεφαλαιοκράτη. Όμως αυτό δεν συνέβη. Το ότι δεν συνέβη ωστόσο δεν σημαίνει ότι η μοίρα της ανθρωπότητας ήταν να εξελιχθεί εντός του πλαισίου που τίθεται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, από την καπιταλιστική κοινωνική, πολιτική και οικονομική οργάνωση της ζωής.

Ταυτόχρονα ο προλετάριος, ο μισθωτός εργάτης της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν έχει σφραγιστεί ούτε με την σφραγίδα του επαναστάτη, ούτε με την σφραγίδα του εσαεί προλετάριου. Κανένας μυστικισμός, καμία θεολογική οπτική δεν μπορεί να αποκρύψει το γυμνό γεγονός μιας ιστορικής εξέλιξης που προέκυψε ως το αδιανόητο μιας συνάντησης που θα μπορούσε να μην είχε γίνει αλλά έγινε. Προλετάριος και κεφαλαιοκράτης σε μια σχέση ενότητας και αντίθεσης καθοδηγούν πλέον, τον ρου της ιστορίας.

Ας αναλογιστούμε ένα γεγονός αδιανόητο : Ένα πρωινό όλοι οι προλετάριοι αυτού του κόσμου δεν εμφανίζονται στις δουλειές τους. Το ίδιο συμβαίνει το επόμενο και το μεθεπόμενο πρωινό. Σε λίγες μέρες αυτός ο κόσμος, ο κόσμος του καπιταλισμού που έμοιαζε απρόσβλητος, ανέγγιχτος, προαιώνιος, δεν θα υπάρχει πια. Ή έστω δεν θα υπάρχει με την μορφή που έγινε γνωστός. Το αδιανόητο μπορεί να συμβεί, ακριβώς γιατί ενυπάρχει σε όλες τις μικρές και μεγάλες καμπές της ανθρώπινης πράξης.

Ο μαρξισμός είναι το αδιανόητο. Ο μαρξισμός της συνάντησης είναι ο κομμουνισμός που αναπάντεχα προβάλει στο λυκόφως μιας εποχής, που μέχρι πρότινος έμοιαζε αέναη.

Ο μαρξισμός της συνάντησης είναι επιπλέον σε βαθμό καθοριστικό, η συνειδητή πράξη υπέρβασης μιας πραγματικότητας που μοιάζει ανυπέρβλητη. Είναι η αδιανόητη πράξη που καθιστά ένα γεγονός συντελεσμένο, ενώ δεν συνέτρεχαν οι όροι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί για να επέλθει μια τέτοια εξέλιξη. Ο μαρξισμός της συνάντησης τελικά αφορά την συνάντηση πραγματικών ανθρώπων, προλετάριων με σάρκα και οστά, που απεκδύονται μια ταυτότητα συνέχειας και προτάσσουν μια απροσδόκητη ασυνέχεια που διαταράσσει την ουτοπία, της λιμνάζουσας κανονικότητας.

Ωστόσο σε κάθε περίπτωση, ο κομμουνισμός μόνο ως ουσιαστική και μορφολογική ασυνέχεια μπορεί να γεννηθεί. Και μόνο ως ασυνέχεια με τον ίδιο του τον εαυτό, μπορεί να μετουσιωθεί σε πραγματικότητα, απόρροια μιας ιστορικής συνάντησης που θα διαρκέσει.

Αν σημαίνει κάτι η θεώρηση του υπόγειου ρεύματος του υλισμού της συνάντησης, αυτή η σημασία συνίσταται, στην δυνατότητα, να ανασυσταθεί η κομμουνιστική προοπτική σε ρήξη τόσο με την κανονικότητα της καπιταλιστικής κυριαρχίας, όσο και με την κανονικότητα υπέρβασης αυτής.

Καθώς, αν υπάρχει κανονικός τρόπος ώστε να διαιωνιστεί η καπιταλιστική ηγεμονία, δεν υπάρχει κανονική, γνωστή, δρομολογημένη πορεία για να καταστεί δυνατή η υπέρβαση της.

Τα νερά είναι αδιανόητα αχαρτογράφητα, και αναπάντεχα βαθιά.

Βιβλιογραφία

1. K. Marx, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Θεμέλιο , Αθήνα 1986

2. Walter Benjamin, Θέσεις για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα

3. K. Marx, Το Κεφάλαιο , Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1996

4. K. Marx,Grundrisse, εκδόσεις Α/συνέχεια, Αθήνα 2009

5. K. Marx, Κείμενα από την δεκαετία του 1940, επιλογή-μετάφραση-επιμέλεια Θανάσης Γκιούρας, εκδόσεις ΚΨΜ. Αθήνα 2014

6. K. Marx , Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία από το 1848 έως το 1850, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2012

7. K. Marx, Θέσεις για τον Φοϋερμπαχ, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2004

8. K. Marx, Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία , εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011

9. Λ. Αλτουσέρ, Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης, Θέσεις Τεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2004, μετάφραση Τάσος Μπέτζελος

10. Γιώργος Φουρτούνης: Ο Λουί Αλτουσέρ και η επιστημολογική αντινομία του Μαρξισμού, στο http://www.hpdst.gr/system/files/kritiki-1-05-5-fourtounis.pdf

1Walter Benjamin, Θέσεις για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, σ. 19

2Αντόνιο Γκράμσι, Τετράδια της Φυλακής, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1973

3ο.π σ.86

4 Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης, Θέσεις Τεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2004, μετάφραση Τάσος Μπέτζελος, σ. 2

5K. Marx, Το Κεφάλαιο , Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1996, σ. 752-774

6Negri A., Hardt M. 2009. DE CORPORE 2 : METROPOLIS παρατίθεται στο:

http://rebelnet.gr/articles/view/negri-a-hardt-m-2009-de-corpore-2-metropolis, ημερομηνία πρόσβασης 20/9/2015

7 βλ. ο.π.

8 K. Marx, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Θεμέλιο , Αθήνα 1986, σ. 19

9Walter Benjamin, Θέσεις για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, σ. 22-23

γράφει ο Χρήστος Μιάμης
Πηγή : Εργατικό Περιοδικό Praxis
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s