Η εξέγερση δεν είναι μονόπρακτο


ρρρρρρρρρρρ

Α. Σε αδρές γραμμές το τοπίο της καπιταλιστικής κρίσης σε διεθνικό επίπεδο

Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, δηλαδή η αδυναμία πολιτικής έκφρασης κοινωνικών πλειοψηφιών στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος αποτελεί έκδηλο φαινόμενο της συνολικής κοινωνικής , πολιτικής και οικονομικής κρίσης που διέρχεται το αστικό πολιτικό σύστημα σε διεθνικό και εθνικό επίπεδο. Ο κλασικός δρόμος , η κοινωνική πεπατημένη της άρθρωσης και έκφρασης των επιμέρους κοινωνικών και πολιτικών συμφερόντων, μέσω των πολιτικών κομμάτων, των επιμέρους ομάδων πίεσης, των σωματείων και των ενώσεων εργαζομένων ή και των εργοδοτικών οργανώσεων, ως πλευρές ενός κοινωνικού συμβολαίου, φαίνεται την τελευταία περίοδο -με αποκορύφωμα την παγκόσμια οικονομική κρίση από το 2008 και εντεύθεν- να έχει απολέσει την δυναμική που επέτρεπε την αναζωογόνηση και την εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.
Ως αποτέλεσμα του κενού πολιτικής εκπροσώπησης και κοινωνικής έκφρασης που δημιουργείται, προκύπτει η αυθόρμητη κίνηση «της κοινωνίας των πολιτών» που οδηγεί μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες στο να εισβάλλουν «βίαια» στον στίβο της πολιτικής αμφισβητώντας το πρότερο status quo, απαιτώντας ταυτόχρονα ενεργή συμμετοχή στην νομή και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Προφανώς αυτή η κίνηση βρίθει αντιφάσεων, ενώ χαρακτηρίζεται στην ουσία της από ένα ψηφιδωτό κοινωνικής απόγνωσης, οργής αλλά και από μια ανάγκη για συμμετοχή, διάλογο, συναπόφαση, αναδημιουργία δηλαδή των όρων συγκρότησης του κοινωνικού και πολιτικού χώρου αλλά και ενεργό συμμετοχή στην διαμόρφωση των όρων της κοινωνικής ζωής.

Βασική αιτία του εν λόγω κοινωνικού φαινομένου, της απονομιμοποίησης δηλαδή του αστικού πολιτικού συστήματος -με την ανισομετρία που έλλογα χαρακτηρίζει τα επιμέρους εθνικά πολιτικά συστήματα- είναι η εξόφθαλμη επιβολή της οικονομίας σε βάρος της πολιτικής, η πρωτοκαθεδρία μιας σκέψης αέναης οικονομικής ανάπτυξης που εξοβελίζει στο περιθώριο των κοινωνιών την πολιτική, ακυρώνοντας παράλληλα την δυνατότητα των κρατών στην άσκηση εθνικής πολιτικής.

Ο Λεβιάθαν της μέγιστης κερδοφορίας, η ηγεμονία μιας θεώρησης που αποδέχεται ως βασική αρχή λειτουργίας των κοινωνιών την απρόσκοπτη, διαρκή κίνηση κεφαλαίων ως όρο για την κοινωνική ευημερία και ανάπτυξη, οδήγησε ύστερα από μια εικοσαετία, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 –οικονομικού ιλίγγου- σε μια οικονομική κρίση που κατέστησε σαφή την ανάγκη επιστροφής της πολιτικής.
Ωστόσο, η έλλειψη κοινωνικών εργαλείων μέσων και μεθόδων –καθώς αυτά είχαν απεμποληθεί την προηγούμενη περίοδο- καθιστά την αναγκαιότητα για επιστροφή στην άσκηση πολιτικής ως όρο υλοποίησης οικονομικού σχεδιασμού, εξαιρετικά αίολη και αμφίβολη.

Τουλάχιστον ως μια επιστροφή στο προ κρίσης πολιτικό μοντέλο άσκησης αλλά και διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας. Αυτή η αδυναμία είναι φανερή με μια πρωτόλεια ανασκόπηση των κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων που διενεργούνται τόσο στις ΗΠΑ και στους κόλπους της ΕΕ.

Η παγκόσμια κοινωνική, πολιτική και οικονομική κρίση δεν αποτελεί μονοδιάστατα μια κρίση των πιο επιθετικών αιχμών , του σύγχρονου καπιταλισμού αλλά αποτελεί δείγμα μιας συνολικής ολοκληρωτικής αδυναμίας της καπιταλιστικής θεώρησης να συνεχίσει να αποτελεί τον μονόδρομο των σύγχρονων κοινωνιών.

Άλλωστε μειώνεται όλο και περισσότερο, η δυνατότητα υιοθέτησης ενός προηγούμενου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, άμεσου ή έμμεσου κρατικού παρεμβατισμού, καθώς κάτι ανάλογο δεν το επιτρέπει η σχεδόν απόλυτη ηγεμονία της οικονομίας και των αγορών σε όλη την σφαίρα της κοινωνικής ζωής. Ή αλλιώς μια τέτοια επιλογή θα είχε ως αναγκαία προϋπόθεση μια οριστική και συντριπτική αναμέτρηση, έναν δηλαδή καπιταλιστικό εμφύλιο, ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική που θα οδηγούσε σε συνολική κατάρρευση του καπιταλιστικού κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού υποδείγματος.

Βρισκόμαστε σε ένα σημείο ορόσημο για την πορεία που θα ακολουθήσει το παγκόσμιο κοινωνικό σύστημα την επόμενη περίοδο. Είναι σαφές πως οι «θεωρίες περί τέλους της ιστορίας» , περί αμετάκλητης εγκαθίδρυσης, χωρίς κοινωνικό και πολιτικό, αλλά και ιδεολογικό και πολιτισμικό αντίλογο ενός παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που θα εξασφάλιζε την ευημερία στην πλειοψηφία των κοινωνιών, έχουν οικτρά διαψευσθεί από μια καπιταλιστική κρίση που αναιρεί κάθε προηγούμενο κεκτημένο σε κάθε πεδίο της κοινωνικής σφαίρας.

Μια διάψευση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το υλικό που ενδέχεται να προκαλέσει μια αναγκαία κοινωνική εξέλιξη που θα προκύψει ως άρνηση του κοινωνικού μοντέλου που την γέννησε, και ως κατάφαση σε μια νέα κοινωνική δυναμική που θα αποπειραθεί να αποτελέσει την απάντηση στο ιστορικό ερώτημα που αφορά στους τρόπους, στις μεθόδους και στους δρόμους επίτευξης ή έστω προσέγγισης μιας καθολικής κοινωνικής ελευθερίας, όχι ως πέρας αλλά ως αφετηρία της ανθρώπινης ιστορίας.

Β. Οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες στον αδύναμο κρίκο του καπιταλιστικού συστήματος, η ελληνική περίπτωση

Σε αυτό το πλαίσιο και σε ένα τοπίο παγκόσμιας διάψευσης της καπιταλιστικής ευδαιμονίας, οι αδύναμοι κρίκοι είναι αυτοί που φέρουν καταρχήν το βάρος της απόδειξης της αποτυχίας ή της επικείμενης αποτυχίας μιας κοινωνικής και πολιτικής αφήγησης που κλονίζεται, παρασύροντας την κοινωνική πλειοψηφία σε απόγνωση και συνεπακόλουθη αδυναμία στήριξης της πρότερης κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Παράδειγμα αδύναμου κρίκου στο διεθνικό καπιταλιστικό πλέγμα, αποτελεί η ελληνική αστική δημοκρατία, το ελληνικό μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης στο οποίο προβάλλονται, άλλοτε εκκωφαντικά και άλλοτε αδρά, οι εγγενείς αδυναμίες του αστικού-καπιταλιστικού υποδείγματος.

Απαρχή και σημείο αναφοράς που κατέδειξε τις αδυναμίες του μοντέλου της ελληνικής αστικής δημοκρατίας να απορροφήσει τους πρώτους κραδασμούς της καπιταλιστικής κρίσης, αποτέλεσε η εξέγερση του Δεκέμβρη του ‘08, ως η πρώτη εξέγερση μιας νέας εποχής αμφισβήτησης του υφιστάμενου κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη έφερε στο εσωτερικό της τις αντιφάσεις μια κοινωνίας που μόλις κατανοούσε την αδυναμία της να ανταπεξέλθει στις δρομολογούμενες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, και με αφορμή την στυγνή δολοφονία ενός εφήβου από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής απαίτησε με οργή και απόγνωση, με άναρχη βία και κυρίως εκτός του πολιτικού συστήματος των πολιτικών κομμάτων και των υφιστάμενων πολιτικών και συνδικαλιστικών θεσμών να εισέλθει στον χάρτη της πολιτικής.

Δεν ήταν η εξέγερση του Δεκέμβρη τρικυμία εν αιθρία, καθώς αποτέλεσε το αποκορύφωμα και την καμπή κοινωνικών διεργασιών που συσσώρευσαν ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα που βρήκε τον τρόπο να εμφανιστεί στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Άλλωστε τα «Δεκεμβριανά» ήρθαν έπειτα από μαζικές κινητοποιήσεις του πανεκπαιδευτικού κινήματος και προηγήθηκαν των εργατικών κινητοποιήσεων με αφορμή την εργοδοτική τρομοκρατία προς την Κ.Κούνεβα, μετανάστρια εργαζόμενη.

Μια βίαιη εισβολή που μαζί με το στοιχείο της σύγκρουσης με το αστικό πολιτικό σύστημα συνυπήρξε και ένα νέο στοιχείο αυτό της ανάγκης η άναρχη, ασχημάτιστη και ανοργάνωτη οργή να βρει συνολική πολιτική και κοινωνική έκφραση, να ανακαλύψει διόδους παραγωγής πολιτικής και πολιτισμού εκτός, και σε πολλές περιπτώσεις σε ρήξη με το αστικό πολιτικό σύστημα, με τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις οργανωμένες συλλογικότητες της προηγούμενης «ειρηνικής πολιτικής» περιόδου, της καπιταλιστικής ευημερίας.

Τα σπέρματα της εξέγερσης του Δεκέμβρη γονιμοποίησαν μια σειρά κοινωνικών διεργασιών που πιθανότατα διαφεύγουν μιας απλής δημοσιογραφικής παρατήρησης που όμως άλλαξαν τον χάρτη της πολιτικής μέσω της δημιουργίας νέων κοινωνικών και πολιτικών συλλογικοτήτων, μέσω της άρνησης των τοπικών κοινωνιών να δεχθούν αποφάσεις της τοπικής εξουσίας περί της διαχείρισης του δημοσίου χώρου, με την άρνηση συμμόρφωσης σε “αυτονόητες” κοινωνικές επιταγές και αποφάσεις του πολιτικού συστήματος από ευρείες κοινωνικές κατηγορίες που είχαν αποτελέσει με την ανοχή ή με την ενεργή υποστήριξη πυλώνες διαιώνισης και αναπαραγωγής της υφιστάμενης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.

Η κοινωνική και πολιτική κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος που διενεργείται μέσα σε ένα τοπίο παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης έγκειται κυρίαρχα στα εξής :

Στην κοινωνική απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος που γέννησε η μεταπολίτευση και ειδικότερα του δικομματικού πυλώνα του, που έφερε την ευθύνη άσκησης της πολιτικής εξουσίας άρα και την ευθύνη για την πολιτική, οικονομική και ιδεολογική κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα παρατηρείται και μερική ή ολική αδυναμία κατά περιπτώσεις σε πολιτικά-κόμματα φορείς κοινωνικής αμφισβήτησης να εκφράσουν πολιτικά και να συγκροτήσουν την κοινωνική αμφισβήτηση σε οργανωμένο πολιτικό ρεύμα που θα φέρει μιαν διαφορετική πολιτική πρόταση εξουσίας απέναντι στην υφιστάμενη.

Στην κοινωνική απονομιμοποίηση του συνδικαλιστικού πυλώνα εκπροσώπησης των εργατικών συμφερόντων που τη τελευταία εικοσαετία στήριξε και προώθησε τις πολιτικές επιλογές και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις των φορέων εξουσίας οδηγώντας τις παραδοσιακές μορφές συνδικαλιστικής εκπροσώπησης σε πλήρη διάσταση με τα κοινωνικά συμφέροντα που αυτές εξυπηρετούσαν μια προηγούμενη ιστορική περίοδο.

Στην περαιτέρω περιθωριοποίηση πολιτικών συλλογικοτήτων που τόσο στην προηγούμενη περίοδο της αστικής πολιτικής ηγεμονίας όσο και στην υφιστάμενη στέκονται στην αντίπερα όχθη στου αστικού πολιτικού συστήματος επιδιώκοντας έστω και σε θεωρητικό επίπεδο την κοινωνικοπολιτική ανατροπή του. Ωστόσο η μειοψηφική και ισχνή σχέση τους με πλειοψηφικά κοινωνικά κομμάτια αποτελεί και την κύρια αιτία που δεν είναι σε θέση να μετουσιωθούν σε οργανικό στοιχείο της κοινωνικής αμφισβήτησης απέναντι στο υφιστάμενο πολιτικό σύστημα.

Τα τρία αυτά στοιχεία που συνθέτουν τις βασικές πλευρές της εικόνας απονομιμοποίησης του ελληνικού πολιτικού συστήματος, αποδεικνύουν ταυτόχρονα ότι οι κοινωνικές δυνάμεις που απεγκλωβίζονται από αυτό, αιωρούνται ανάμεσα στην άρνηση στο να αποδεχθούν την υφιστάμενη κατάσταση και στην αδυναμία οι πολιτικές εκφράσεις που δημιουργούν, να σχηματοποιηθούν σε μια ολιστικά διαφορετική πρόταση θετικής υπέρβασης του αστικού κοινοβουλευτισμού, του αστικού μοντέλου διαμόρφωσης της κοινωνικής ζωής.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί αντιθεσμοί η συλλογική έκφραση δηλαδή σχετικά πλειοψηφικών κοινωνικών στρωμάτων εκτός και σε περιπτώσεις ενάντια στο αστικό πολιτικό σύστημα αποτελούν μια πρωτόλεια έκφραση, μια πρωτογενή απόπειρα να παραχθεί πολιτική, πολιτικός πολιτισμός, πολιτική δράση χωρίς απαραίτητα την νομιμοποιητική ύπαρξη, της σφραγίδας της αστικής πολιτικής, του κράτους και των θεσμών του.

Τα παραδείγματα είναι πολλά, από την δημιουργία επιτροπών κατοίκων σε γειτονιές που απαιτούν την επαναλειτουργία δομών κοινωνικής πρόνοιας που κλείνουν λόγω κρίσης, την οικειοποίηση του δημόσιου χώρου από τους ίδιους τους κατοίκους μιας περιοχής, από την μαζική άρνηση πληρωμής φόρων, προστίμων, εισιτηρίων, διοδίων κτλ ως άρνηση ένταξης στην αστική πολιτική και κοινωνική νομιμότητα. Ως μη αναγνώριση δηλαδή του κανονιστικού πολιτικού και νομικού πλαισίου που θέτει η πολιτική-κυβερνητική εξουσία που αντλεί την νομιμότητα της ύπαρξης και δράσης της από την εκλογική διαδικασία.

Η πολιτική απονομιμοποίηση λοιπόν, του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και το πολιτικό κενό που δημιουργείται έρχεται να καλυφθεί από κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που αρνούνται τις βασικές δομές του συστήματος που αμφισβητούν, αναζητώντας συνειδητά, ασυνείδητα ή ημι-συνειδητά μια πολιτική μεθοδολογία συγκροτημένης καταφατικής έκφρασης της άρνησης που τις δημιούργησε.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί αντιθεσμοί, δεν θα ήταν δυνατό να προκύψουν με αυτή την ένταση και ευρύτητα σε μια περίοδο οικονομικής ευημερίας όπου πλειοψηφικά κοινωνικά κομμάτια, εξασφάλιζαν την απρόσκοπτη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, αποκομίζοντας ως κοινωνικό αντάλλαγμα ένα ανεκτό επίπεδο διαβίωσης.

Γι ‘ αυτό και προέκυψαν, ως παράγωγο της καπιταλιστικής κρίσης που σε συνέργεια με την κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος ανέδειξαν την ανάγκη να εκφραστεί ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας σχετικά μαζικό, που βρισκόταν εκτός του κεντρικού πολιτικού παιγνίου, και εν μέσω κρίσης βρέθηκε σε κοινωνική απόγνωση και οικονομική εξαθλίωση οδηγούμενο στην πολιτική έκφραση αυτού του γεγονότος.

Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν αυτές οι πολιτικές εκφράσεις, οι νέες πολιτικές συλλογικότητες που προέκυψαν ή θα προκύψουν, οι νέες μορφές δράσης που θα εμφανίζονται όσο η καπιταλιστική κρίση θα βαθαίνει, είναι σε θέση να αποτελέσουν διαφορετικό δρόμο, μια νέα συνολική πρόταση πολιτικής εξουσίας έχοντας αποκτήσει την εκ των ων ουκ άνευ αναγκαία κοινωνική νομιμοποίηση. Είναι δεδομένος ο πολιτικός, ιδεολογικός και πολιτισμικός εκφυλισμός των εν λόγω εκφράσεων αν παραμείνουν σε ένα επίπεδο κοινωνικοπολιτικής διαμαρτυρίας ή μετατραπούν σε περιχαρακωμένες νησίδες αμφισβήτησης του κοινωνικοπολιτικού συστήματος χωρίς πραγματικούς δεσμούς με την κοινωνική πλειοψηφία.

Οι συλλογικές μορφές δράσης από τον Δεκέμβριο του ’08 μέχρι και το κινηματικό συμβάν των «αγανακτισμένων» δεν αποτελούν παρά το διαλεκτικό απόσταγμα της ανάγκης να υπάρξει μια διαφορετική πρόταση απέναντι στην κυρίαρχη, και της εμφάνισης αυτής της ανάγκης με υλικούς όρους κοινωνικού κινήματος. Τέτοιου είδους πολιτικές εκφράσεις, δηλαδή η εμφάνιση νέων κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων, και των αντιθεσμών που αυτά δημιουργούν, έχουν ένα κοινό σημείο, μια ομοιότητα που αφορά στην ιστορική συνάντηση των αντικειμενικών συνθηκών που δημιουργεί μια κρίση οικονομικής και πολιτικής αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού και της ύπαρξης του υποκειμενικού παράγοντα ή μάλλον της ετοιμότητας του υποκειμενικού παράγοντα , δηλαδή ενός κοινωνικοπολιτικού ρεύματος ικανού να μετατρέψει την αμφισβήτηση από άρθρωση επιμέρους, πολυδιασπασμένων κοινωνικών συμφερόντων σε πολιτικά οργανωμένη και κοινωνικά πλειοψηφική πρόταση υπέρβασης του υπό αμφισβήτηση πολιτικού συστήματος.

Οδηγεί πάντα ένα έστω εκρηκτικό μείγμα αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών όπως συμβαίνει στην ελληνική περίπτωση, σε μια φυγή στο μέλλον σε μια θετική υπέρβαση της υφιστάμενης κατάστασης ; Όχι απαραίτητα.

Τα ιστορικά παραδείγματα ακόμη και από την ελληνική πολιτική ιστορία είναι πολλά. Η άνοδος του λαϊκού κινήματος στην δεκαετία του ‘60 δεν οδήγησε στην πολιτική έκφραση των αιτημάτων που το λαϊκό κίνημα εξέφραζε, αλλά σε επιβολή επταετούς δικτατορίας. Όπως ο Μάης του ‘68 οδήγησε στην πολιτική ενδυνάμωση του Ντε Γκολ λίγους μήνες μετά από την εξέγερση της νεολαίας που είχε στο κέντρο της την αμφισβήτηση θεμέλιων λίθων του αστικού πολιτικού συστήματος, που αδιαφιλονίκητο σύμβολο του υπήρξε ο Ντε Γκολ.

Είναι σχετικά σπάνιο να συναντηθεί με επιτυχία η ανάγκη για κοινωνική και πολιτική αλλαγή με την τελική υλική πραγμάτωσή της. Για αυτό ακριβώς η αξία των κοινωνικών και πολιτικών αντιθεσμών έγκειται στην έγκαιρη αυτοκαταστροφή τους, ή αρτιότερα, στην έγκαιρη μετουσίωση τους από κοινωνικό κίνημα και κοινωνική δράση μονοδιάστατης άρνησης σε κοινωνική δράση προοπτικής, ηγεμονικής έκφρασης με όρους πολιτικής εξουσίας της επιζητούμενης κοινωνικής αλλαγής, της επιδιωκόμενης κοινωνικής ανατροπής.

Υπάρχει ένα σημείο ισορροπίας, ένα σημείο ορόσημο με όρους ιστορικού πολιτικού χρόνου, που αν χαθεί τότε οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες που κυοφόρησαν το νέο, το ρηξικέλευθο, χάνουν την δυναμική τους, εγκολπώνονται οργανικά από την κυρίαρχη πολιτική και ιδεολογική αντίληψη που με την σειρά της ανακτά το χαμένο κοινωνικό και πολιτικό χώρο, επαναδομεί την πολιτική της πρωτοκαθεδρία και επιβάλλει τους όρους μιας νέας ηγεμονίας που ακριβώς επειδή προκύπτει ως απόρροια της ήττας των κοινωνικών και πολιτικών αντιθεσμών είναι πιο ολοκληρωτική από την πρότερη που απειλήθηκε από την κοινωνική αμφισβήτηση και το ενδεχόμενο της κοινωνικής ανατροπής της.

Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι το πολιτικό και κοινωνικό χνάρι που άφησαν αυτές οι διεργασίες κατά την διάρκεια της αμφιταλαντευόμενης και αμφίσημης πολιτικής περιόδου εξαφανίζονται, αντιθέτως εγγράφονται στο κοινωνικό θυμικό, στο ιστορικό dna των κοινωνιών βρισκόμενες εν υπνώσει, κυοφορώντας τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας επόμενης αναμέτρησης.

Σε μια αμφίσημη , ρευστή κοινωνική κατάσταση βρίσκεται και το ελληνικό κοινωνικό μοντέλο, με την κοινωνική αμφισβήτηση να επιδρά σε όλες τις πλευρές του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος, με διάσπαρτες κοινωνικοπολιτικές δράσης άρνησης, ανυπακοής και ρήξης να προκαλούν την ισορροπία του πολιτικού συστήματος, χωρίς ωστόσο να απειλούν άμεσα και οριστικά τον πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος. Όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικής και ιδεολογίας αλλά, πολλώ δε μάλλον, σε επίπεδο δόμησης και συγκρότησης της οικονομικής-παραγωγικής σφαίρας.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί αντιθεσμοί δηλαδή η πολιτική, η ιδεολογία, η θεωρία και ο πολιτισμός που γεννά και αναπτύσσει μια κοινωνία που αμφισβητεί, αρνείται και αυτοαναιρείται, μπορεί να ειδωθούν είτε ως απευκταίοι παράγοντες κοινωνικής αποσάθρωσης είτε ως η ιδανική και αναγκαία συνθήκη κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης, κοινωνικής και πολιτικής υπέρβασης ενός μοντέλου πολιτικής και οικονομίας, που το ίδιο προκαλεί την ανάγκη οριστικού ξεπεράσματός του .

Είναι δεδομένο ότι οι κοινωνικοί και πολιτικοί αντιθεσμοί ως κοινωνικοπολιτικό γέννημα της διαλεκτικής όσμωσης των αντικειμενικών συνθηκών που γεννά η καπιταλιστική κρίση, και του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου είναι δυνατόν να αποτελέσουν τα πρώτα ψήγματα τα, τους πρώτους σπασμούς μια κοινωνίας που παλεύει να γεννηθεί μέσα από την οδύνη του παλιού κόσμου.

Μένει να αποδειχθεί αν θα μπορέσουν να αποτελέσουν τον δρόμο προς μια κοινωνία πλήρους κοινωνικής και πολιτικής απελευθέρωσης.

 

του Χρήστου Μιάμη
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s