Ιμπεριαλισμός, επιστροφή στο μέλλον *


Η θεωρία του ιμπεριαλισμού αποτελεί τρόπο, μέθοδο ανάλυσης της υφιστάμενης καπιταλιστικής πραγματικότητας ενώ παρέχει την δυνατότητα ιχνηλάτησης και εκφοράς, ενός στρατηγικού και τακτικού σχεδιασμού σύγκρουσης και ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης. Από αυτή την σκοπιά, ο ιμπεριαλισμός ως πολιτικό και οικονομικό εργαλείο ανοίγει δρόμους στην δυνατότητα μια πολιτικά «ορθής» από την οπτική των εργατικών συμφερόντων, ανάγνωσης της καπιταλιστικής πραγματικότητας τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο, με στόχο να συγκροτηθεί μια πολιτική γραμμή που τακτικά και στρατηγικά, θα φορτίζεται και θα σχηματοποιείται, αναφορικά με το ζήτημα της εργατικής εξουσίας.

 Ο ιμπεριαλισμός και κάθε συζήτηση αναφορικά με αυτόν, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και πολιτικής πράξης, συνδέεται οργανικά με τρία θεμελιώδη ζητήματα. Το ζήτημα της σχέσης τακτικής-στρατηγικής, το ζήτημα της σχέσης εθνικού-διεθνικού και καθοριστικά με το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης.

Αυτοί οι τρεις πυλώνες, αυτό το πολιτικό, ιδεολογικό και θεωρητικό τρίγωνο εμφανίζει μια διττή σχέση, καθώς αφενός, συγκροτείται μια σχέση διαλεκτικής αλληλεπίδρασης των επιμέρους δίπολων που το συγκροτούν με το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, και αφετέρου, το απόσταγμα που παράγεται από την προαναφερθείσα αλληλεπίδραση, είναι που καθορίζει την ιστορική αξιοποίηση και χρησιμότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού,ως εργαλείου τόσο ως ενδελεχούς ανάλυσης όσο και κυρίως ως εν δυνάμει προοπτική επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας.

Ωστόσο πριν διαβούμε το Ρουβίκωνα της ανάλυσης των παραπάνω σχέσεων και των γεννημάτων που παράγουν, είναι τελείως απαραίτητο να ενσκήψουμε σε μια πρωτογενή παρουσίαση του ιμπεριαλισμού όχι μόνο ως μιας μαρξιστικής θεωρίας με ανεκτίμητη σημασία για την εργατική τάξη, αλλά και ως κοινωνικό και οικονομικό στάδιο του καπιταλισμού, ως καπιταλισμού δηλαδή που έχει υπερβεί την βαθμίδα του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού , και έχει περάσει στο στάδιο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού.

Στην παρούσα μελέτη δεν θα εστιάσουμε μονομερώς στην παράθεση των κριτηρίων του Λένιν για την εμφάνιση του Ιμπεριαλισμού ως καπιταλιστικού σταδίου και της γενικότερης ανάλυσης τους, αλλά θα αποπειραθούμε να τα προβάλλουμε στο πρόσωπο ,στην φυσιογνωμία του σύγχρονου αναπτυγμένου καπιταλισμού εντάσσοντας σε αυτόν και τον ελληνικό καπιταλισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι του.

Αν λοιπόν σύμφωνα με την ανάλυση του Λένιν ένα πλειοψηφικό μέρος του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου έχει διαβεί το κατώφλι του ελεύθερου ανταγωνισμού και έχει εισέλθει στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, στα τέλη του 19ου αιώνα (1900-1903), τότε υποθέτουμε με σχεδόν απόλυτη ασφάλεια, ότι στις αρχές του 21ου αιώνα που διανύουμε, η συντριπτική πλειοψηφία του καπιταλιστικού κόσμου, βρίσκεται στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, ειδικά εκείνο το κομμάτι του καπιταλιστικού κόσμου που συμμετέχει ενεργά και με διαχρονικότητα σε οικονομικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές ολοκληρώσεις του κεφαλαίου όπως είναι η ΕΕ, η ΟΝΕ, το ΝΑΤΟ κοκ. Με αυτό το σκεπτικό το επόμενο βήμα μας, είναι να αναλύσουμε τις σχέσεις ηγεμονίας και αλληλεπίδρασης που πραγματώνονται, ανάμεσα στους επιμέρους εθνικούς καπιταλισμούς, ανάμεσα στους επιμέρους ιμπεριαλισμούς, στις επιμέρους αστικές τάξεις εντός του διεθνούς καπιταλιστικού πλέγματος.

Αποτελεί δεδομένο γεγονός, ότι οι επιμέρους αστικές τάξεις εμφανίζουν μια διπλή φύση, καθώς από την μία πλευρά διεξάγουν έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό μεταξύ τους ώστε να διατηρήσουν και να βελτιώσουν την θέση τους, σε διεθνικό επίπεδο, και από την άλλη, αυτή τους η προσπάθεια, δεν μπορεί να έχει παρά αμελητέα επιτυχία αν δεν τροφοδοτείται από την ολιστική συντριπτική επικράτηση τους στο εσωτερικό πόλεμο που διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο με την κάθε επιμέρους εργατική τάξη.

Συνεπώς, οι επιμέρους ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις, διεξάγουν έναν διαρκή εσωτερικό και εξωτερικό πόλεμο, με τον εσωτερικό πόλεμο ενάντια στον κόσμο της εργασίας να εμφανίζεται και να είναι καθοριστικός, καθώς είναι αυτός που προσδιορίζει στον ύψιστο βαθμό την θέση κάθε επιμέρους αστικής τάξης στον διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Με αυτή την έννοια, κάθε αστική τάξη έχει ταυτόχρονα μια εθνική και μια διεθνική λειτουργία, καθόλα υποταγμένη στον τακτικό και στρατηγικό της σχεδιασμό που υπηρετεί απαρέγκλιτα, το κυρίαρχο πρόταγμα που αφορά στην διατήρηση και διαιώνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας εντός των εθνικών ορίων, ώστε αυτή να διατηρηθεί και να επεκταθεί σε διεθνικό επίπεδο, όπου σε αυτό οργανικά εγκολπώνονται οι επιμέρους ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, που εκφράζονται είτε εντός των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, είτε μεταξύ επιμέρους καπιταλιστικών ολοκληρώσεων ή μπλοκ αστικών τάξεων, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή σε κάθε ιστορική συγκυρία, δυνατότητα επέκτασης της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας σε μια αλληλουχία χωρίς τέλος.

Γεγονός που δεν αναιρεί τον ανειρήνευτο και διαρκή ανταγωνισμό των μπλοκ εξουσίας των καπιταλιστικών τάξεων, ο οποίος διατηρείται αέναος, παρά την αυξομείωση της έντασης του, καθώς ποτέ δεν καταλήγει σε ένα παγκόσμιο κοινό και αδιαίρετο ιμπεριαλισμό, που ταυτίζεται με την «καουτσκική» φενάκη περί υπεριμπεριαλισμού, ή πιο σύγχρονα με μεταφυσικές θεωρήσεις περί παγκόσμιας καπιταλιστικής αυτοκρατορίας.

Οι επιμέρους αστικές τάξεις λοιπόν στην εποχή του ιμπεριαλισμού, ενός ιμπεριαλισμού ολοκληρωτικού συνδέουν άρρηκτα την εθνική και διεθνική πάλη τους για επικράτηση τόσο στον εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό πόλεμο που διεξάγουν, με τον τακτικό και στρατηγικό σχεδιασμό που κάθε φορά χρησιμοποιούν, και οποίος εντάσσεται και υπηρετεί, την καθολική επιδίωξη που αφορά στην εμπέδωση, διατήρηση και επέκταση της καπιταλιστικής και οικονομικής τάξης σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο.

Συνεπώς ο ιμπεριαλισμός, είναι ο καπιταλισμός στην πιο αναπτυγμένη του ιστορική εκφορά σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο, όπου οι επιμέρους αστικές ιμπεριαλιστικές τάξεις ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξης που η κάθε μια βρίσκεται διεξάγει έναν διαρκή διπλό πόλεμο με στόχο την απόλυτη επικράτηση στο εθνικό πεδίο και την διατήρηση και αναβάθμιση της θέσης στο διεθνικό πεδίο, η οποία προσδιορίζεται καθοριστικά από το εύρος και το βάθος της κυριαρχίας που έχει επιτύχει στον εσωτερικό πόλεμο ενάντια στην δική της εργατική τάξη.

Σε αυτό το σημείο είναι δόκιμο να τεθούν κάποια ερωτήματα :

Πως όμως ορίζεται μια αστική τάξη ως ιμπεριαλιστική, πως γίνεται δηλαδή κατανοητό και εύληπτο ότι ένα καπιταλιστικό κράτος είναι ιμπεριαλιστικό, δηλαδή εμφανίζει σε γεωπολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό επίπεδο στην εθνική και διεθνική του διάσταση, τα πέντε στοιχεία που αναφέρει ο Λένιν και τα οποία καθορίζουν την φυσιογνωμία του ;

Άραγε είναι αναγκαίο να συνυπάρχουν στον ίδιο βαθμό στην ίδια ένταση και για τον ίδιο χρόνο όλα αυτά τα κριτήρια για να θεωρηθεί ένα καπιταλιστικό κράτος ιμπεριαλιστικό ; Εάν χωλαίνει για μια ορισμένη χρονική περίοδο ένα από τα κριτήρια αν για παράδειγμα για κάποιο χρονικό διάστημα ένα καπιταλιστικό κράτος εμφανίσει μείωση στο ρυθμό εξαγωγής κεφαλαίων παύει να είναι ιμπεριαλιστικό ;

Μπορεί άραγε ένα καπιταλιστικό κράτος να περάσει από τα στάδιο του ελεύθερου ανταγωνισμού σε αυτό του ιμπεριαλισμού , «εν μια νυκτί» καλύπτοντας ταυτόχρονα στον ίδιο βαθμό όλα τα κριτήρια που συνιστούν το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό ;

Η σχέση ελεύθερου ανταγωνισμού-ιμπεριαλισμού συνιστά σχέση απόλυτης τομής ή σχέση τομής και συνέχειας με την έννοια ότι στοιχεία και πλευρές του προηγούμενου σταδίου συνεχίζουν να υφίστανται στο νέο , λαμβάνοντας νέα ποιότητα και μορφή ;

Ας επιλέξουμε την άρθρωση μιας συνολικής απάντησης στα προαναφερθέντα ερωτήματα, αξιοποιώντας τη ως διαδικασία μετάβασης, ώστε να αποπειραθούμε να «βιώσουμε» τον ιμπεριαλισμό και να αποτολμήσουμε μια εργατική επαναστατική απάντηση σε αυτόν, σε χρόνο παρόντα, σε μια καπιταλιστική κρίση εκκωφαντικά παρούσα.

Αναφέρει ο Λένιν στο βιβλίο του για τον Ιμπεριαλισμό : « Ο Ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο, της
ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλωντων εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες»

Δεν αναφέρεται ούτε σε αυτό το απόσπασμα , ούτε σε κάποιο άλλο στον συγκεκριμένο βιβλίο του Λένιν, ούτε ο βαθμός ύπαρξης αυτών των στοιχείων , ούτε η ένταση ύπαρξής τους, καθώς ο ίδιος έχει πλήρη επίγνωση, ότι τα κριτήρια που συνιστούν τον ιμπεριαλισμό και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μια καπιταλιστική χώρα είναι ιμπεριαλιστική δεν λειτουργούν προσθετικά, δεν μπορούν να ειδωθούν αριθμητικά παρά μόνο ενταγμένα στην ιστορική διαδικασία του καπιταλισμού, λαμβάνοντας διαφορετική ποιότητα, εκφορά , ένταση και βαθμό ανάπτυξης για τον κάθε επιμέρους εθνικό ιμπεριαλισμό, χωρίς να παύει ο ιμπεριαλισμός να αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου και χωρίς να αναιρείται πως οι επιμέρους αστικές τάξεις που το συγκροτούν, συνεχίζουν να είναι ιμπεριαλιστικές ανεξάρτητα από τον βαθμό ανάπτυξης που η καθεμιά εμφανίζει, ο οποίος είναι απόρροια τόσο αντικειμενικών συνθηκών που κάθε φορά επικρατούν, όσο και των υποκειμενικών που αφορούν στον αδυσώπητο ανταγωνισμό μεταξύ τους, που  κατατάσσει άλλες σε ευμενέστερη και άλλες σε δυσχερέστερη θέση, εντός του διεθνούς καπιταλιστικού πλέγματος.

Οι διαφορές ανάμεσα στις επιμέρους αστικές τάξεις αφορούν τόσο στον ανταγωνισμό μεταξύ τους, όπως και στο ιστορικό πεδίο που αυτός διενεργείται, όσο και στον τρόπο, στο χρόνο, στην διαδικασία που άφορα στο πέρασμα μιας αστικής τάξης από το στάδιο του ελεύθερου ανταγωνισμού σε αυτό του ιμπεριαλισμού.

Ειδικές ιστορικές συνθήκες που είναι δυνατόν να αποκρυσταλλωθούν είτε στον βαθμό συγκέντρωσης και παραγωγής του κεφαλαίου είτε στον βαθμό συγχώνευσης του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό κεφάλαιο, είτε ακόμη στην θέση που έχει η κάθε επιμέρους αστική τάξη στο μοίρασμα του κόσμου, επίσης συνδέονται άρρηκτα με τον τρόπο περάσματός της από το πρότερο καπιταλιστικό στάδιο στο επόμενο.

Αυτό γεγονός σημαίνει ότι μια αστική τάξη που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, παραμένει ιμπεριαλιστική αν και βρίσκεται σε δυσχερέστερη θέση σε σχέση με υπέρτερες σε οικονομικό, και γεωπολιτικό επίπεδο ανταγωνιστικές ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις. Άλλωστε κάθε αστική τάξη, βιώνει και πραγματοποιεί με διαφορετικό τρόπο ποιότητα και ένταση το πέρασμα από το ένα καπιταλιστικό στάδιο στο επόμενο , είτε στο επίπεδο απαλλαγής της από μη λειτουργικές πλευρές του προηγούμενου σταδίου, είτε λόγω καθυστερήσεων μετατροπής στοιχείων και πλευρών που συνεχίζουν να υφίστανται στο νέο στάδιο με μια νέα ποιότητα. Ιστορικά αυτή η μετάβαση δεν μπορούσε να καταστεί εφικτή και δεν κατέστη με όρους απόλυτης τομής, αλλά αντίθετα με όρους τομής και συνέχειας, με όρους άρνησης του προηγούμενου και κατάφασης στο επερχόμενο, έλλογα, με μη γραμμικό και μη κανονιστικό τρόπο.

Με δεδομένο ότι υποστηρίχθηκε ότι οι ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις, και κάθε ιμπεριαλιστική αστική τάξη μεμονωμένα, αρθρώνει θεωρητικά και σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής , μια συνολική θεώρηση που εκτείνεται τόσο σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο τακτικών και στρατηγικών στοχεύσεων, αναδύεται ως ερώτημα ποια πρέπει να είναι η αντίστοιχη θεωρητική και πολιτική αντιμετώπιση μιας κομμουνιστικής επαναστατικής αντίληψης απέναντι στο καπιταλιστικό πρόταγμα που αποκρυσταλλώνεται  με καθολικό και ολιστικό τρόπο ;

Καταρχήν η αντιμετώπιση για να μπορέσει να έχει έστω πρωτόλεια δυνατότητα επικράτησης, οφείλει να είναι ανάλογα καθολική, ανάλογα ολιστική. Μια αντιμετώπιση λοιπόν που είναι αναγκαίο να στηρίζεται σε ένα κομμουνιστικό πρόταγμα ταυτόχρονα εθνικό και διεθνικό, σε ένα κομμουνιστικό πρόταγμα που το διαλεκτικό φορτίο τακτικής και στρατηγικής, θα καθορίζεται και θα υποτάσσεται σε κάθε του πλευρά, από τον ορίζοντα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, ως το έσχατο πέρας της καπιταλιστικής προϊστορίας και ως την απαρχή της ανθρώπινης ιστορίας.

Από αυτή την σκοπιά, μια κομμουνιστική αντίληψη, εν τοις όροις επαναστατική, απαγκιστρωμένη από αυταπάτες, και χίμαιρες περί ειρηνικής και σταδιακής μετάβασης από τον καπιταλισμό, στον κομμουνισμό μέσω… του σοσιαλισμού, συγκροτείται σε ένα επίσης εθνικό-διεθνικό πεδίο, όπου η εθνική του εκφορά αφορά στην διακηρυγμένη και με όρους υλικής ταξικής πάλης επιδίωξη της επαναστατικής ανατροπής της εγχώριας αστικής τάξης, ενώ η διεθνική εκφορά αφορά στην επιδίωξη το κομμουνιστικό πρόταγμα να μετασχηματίσει επαναστατικά την πολιτική γραμμή και δράση έτερων εργατικών τάξεων, στην βάση ενός εργατικού επαναστατικού διεθνισμού που αποτελεί όρο για την επιβίωση και την τελική νίκη της επανάστασης σε ένα επιμέρους καπιταλιστικό κράτος, όπως και παγκόσμια.

Η διαλεκτική σχέση εθνικό-διεθνικό από την οπτική της εργατικής τάξης, δεν μπορεί να απολέσει τον επαναστατικό της χαρακτήρα, έστω και αν αλλάξει το πεδίο διεξαγωγής της ταξικής πάλης, από «ειρηνικό» σε πολεμικό, από πεδίο οικονομικής ανάπτυξης σε πεδίο οικονομικής κρίσης, καθώς τότε το “καθήκον” της εργατικής τάξης στο εθνικό πεδίο που έγκειται του ταξικού της συμφέροντός να ανατρέψει την αστική της τάξη , υπό το βάρος των ειδικών συνθηκών είναι δυνατόν να απορροφηθεί, να υποταχθεί στο εθνικό συμφέρον του λαού , της πατρίδας, της κοινωνίας και ως τέτοιο , να αφυδατωθεί από τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά και να ενσωματωθεί από τον στρατηγικό και τακτικό σχεδιασμό της αστικής τάξης, που ειδικά, στις «ειδικές συνθήκες» δεν εγκαταλείπει αλλά βαθαίνει και επεκτείνει με την βία, την διαχρονική επιδίωξη της να διατηρήσει την ταξική της κυριαρχία.

Ας δούμε ένα υποθετικό παράδειγμα μιας τέτοιας κατάστασης :

Έστω λοιπόν ένα καπιταλιστικό κράτος που η φυσιογνωμία του προσδιορίζεται από τα εξής στοιχεία :

1. Είναι ενεργό μέλος , οικονομικών, γεωπολιτικών και στρατιωτικών ολοκληρώσεων του κεφαλαίου (ΕΕ, ΟΝΕ, ΝΑΤΟ)

2. Έχει ικανό βαθμό ανάπτυξης όπου τα μονοπώλια καθορίζουν ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής ζωής, ώστε να είναι αποφασιστικός παράγοντας λειτουργίας αυτής

3. Έχει σε σημαντικό βαθμό προχωρήσει η συγχώνευση τραπεζικού και βιομηχανικού
κεφαλαίου και έχει δημιουργηθεί μια χρηματιστική ολιγαρχία πάνω στην βάση αυτού του «χρηματιστικού κεφαλαίου»

4. Έχει προχωρήσει σε σημαντικές εξαγωγές κεφαλαίου , αν και το τελευταίο διάστημα αυτή η τάση βαίνει μειούμενη

5. Λόγω της καπιταλιστικής κρίσης, και λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης των επιμέρους καπιταλισμών, καθώς δεν βρισκόταν στην ηγεμονική μερίδα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, εμφανίζει δυστοκία αναχρηματοδότησης του χρέους του καθώς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στους τόκους δανεισμού και αναγκάζεται να δεχθεί δανεισμό από άλλα καπιταλιστικά κράτη ώστε να καταφέρει να συντηρηθεί ως τέτοιο και ταυτόχρονα να αποπληρώσει τα καπιταλιστικά κράτη δανειστές της αλλά και ποικίλους ιδιώτες πιστωτές.

6. Αυτό το γεγονός το οδηγεί σε μια ανελέητη επίθεση στην εργατική δύναμη, ώστε να καταφέρει να επιβιώσει ως καπιταλιστικό κράτος και ως αστική τάξη και να ανακτήσει τηνθέση της, στο διεθνές καπιταλιστικό πλέγμα καθώς έχει σημαντικά υποχωρήσει, λόγω ακριβώς των αποτελεσμάτων της κρίσης.

7. Ταυτόχρονα μια έτερη, γειτονική αστική τάξη, εκμεταλλευόμενη την δυσχερή θέση της, της επιτίθεται στρατιωτικά, αναγκάζοντάς την να αμυνθεί.

Το ερώτημα αφορά, στο ποιά είναι η αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης από μια κομμουνιστική επαναστατική γραμμή που διατείνεται ότι εκφράζει το ταξικό συμφέρον του κόσμου της εργασίας ;

Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που τελειώνει η ανέξοδη θεωρία και αρχίζει η πολιτική. Και στην πολιτική δύο εκδοχές υφίστανται. Αυτή της αστικής πολιτικής και αυτή της εργατικής πολιτικής.

Καθώς σε συνθήκες ολοκληρωτικής καπιταλιστικής κρίσης, όπως αυτές που στις μέρες μας ισχύουν, είναι εύπεπτος και εύληπτος ο δρόμος της ταύτισης των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας με αυτά της καπιταλιστικής κυριαρχίας, υπό την σκέπη ενός ψευδούς εθνικού συμφέροντος, που υποβαθμίζει και εξαϋλώνει το ταξικό στοιχείο σε αμελήτέα αντίθεση, ενώ ειναι αυτή απο την οποία εκβάλουν όλες οι επιμέρους, δευτερεύουσες και τελικά ετεροπροσδιορισμένες εθνικές ή άλλες κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις. 

Σε μια τέτοια περίπτωση λοιπόν, μπορεί μια στρεβλή «αριστερή» αντίληψη να θεωρήσει, ότι η επίθεση που δέχεται η αστική της τάξη -που δεν είναι ιμπεριαλιστική καθώς λόγω της κρίσης έχει μεταφυσικά, διαβεί ανάστροφα τα στάδια της κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης και έχει επιστρέψει στο προηγούμενο καπιταλιστικό στάδιο,- είναι ιμπεριαλιστική, άρα το καθήκον αφορά στην πραγματοποίηση εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ώστε να αποκρουσθεί ο εχθρός από το έθνος που βάλλεται ώστε κατόπιν να προχωρήσει η οικοδόμηση μιας ειρηνικής και δημοκρατικής χώρας. Στην Ελλάδα αυτή η θεώρηση έχει κάνει την εμφάνισή της με θεωρητικές και πολιτικές καρικατούρες νέου ΕΑΜ, κοκ.

Σε μια τέτοια εκδοχή είναι προφανές ότι το ταξικό στοιχείο έχει πλήρως απορροφηθεί από το εθνικό στοιχείο που η αστική τάξη έχει προτάξει, ενώ η εργατική τάξη έχει γίνει βορά στον πόλεμο δύο αστικών τάξεων όπου η αμυνόμενη έχει προηγούμενα καθαγιαστεί από τα εθνικοαπελευθερωτικά ιδεώδη μιας «κομμουνιστικής» αντίληψης που λειτούργησε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ναρκοθετώντας και ακυρώνοντας κάθε επαναστατική και κομμουνιστική προοπτική.

Αυτή η πιθανή εξέλιξη θα οφείλεται σε μια θεώρηση με “αριστερό” πρόσημο, που εκτιμώντας ότι η αστική της τάξη, δεν πληροί τα κριτήρια να είναι ιμπεριαλιστική, ή έστω είναι μισό-ιμπεριαλιστική, μικρο-ιμπεριαλιστική, ή εξαρτημένη πρωτόγονα ιμπεριαλιστική, σε σχέση με την ιμπεριαλιστικά υπέρτερη επιτιθέμενη, επιλέγει να θέσει τον κόσμο της εργασίας στην διάθεση της αστικής της τάξης ώστε να επιτελεσθεί το εθνικό καθήκον και πραγματωθεί το εθνικό συμφερον. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση το εθνικό συμφέρον είναι το μερικό συμφέρον της αστικής ταξης που εκβιαστικά αυτή η «αριστερή» αντίληψη το επιβάλλει και το εμφανίζει ψευδώς ως καθολικό.

Αυτή είναι η ιστορική τραγικότητα μιας “αριστεράς” που σε καιρούς «ειρήνης» θεωρεί την αστική της τάξη, υποταγμένη, και πλήρως χειραγωγημένη από τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, καθώς σε καιρό πολέμου, γίνεται έρμαιο και αντικείμενο χειραγώγησης και υποταγής απο αυτή την αστική τάξη που σε καιρό «ειρήνης» όπως και σε καιρό πολέμου, διατηρεί το βλέμμα της μόνιμα στραμμένο στην διατήρηση και διαιώνιση της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας της.

Άλλωστε το παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε δεν απέχει πολύ από την δομή και τις πιθανές εκβάσεις της σημερινής ελληνικής γεωπολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας.

Υπό το πρίσμα αυτής της οπτικής, μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η θεωρία του Ιμπεριαλισμού, επιστρέφει από το παρελθόν, αποδεικνύοντας ότι η καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι ταυτόχρονα παρούσα και μελλοντική, καθώς είναι ο μόνος τρόπος και η μόνη μέθοδος που έχει η καπιταλιστική κυριαρχία, ώστε να μην απολέσει το πεδίο της ηγεμονίας της.

Μπορεί κανείς να κλείσει τα μάτια μπροστά στην ολοκληρωτική ιμπεριαλιστική πραγματικότητα. Ωστόσο όταν τα ανοίξει ξανά, θα βρίσκεται ακόμη εκεί πιο βάρβαρη και πιο κανιβαλική από πριν, πιο βίαιη και πιο έκδηλη από ποτέ. 

του Χρήστου Μιάμη


*μέρος του συγκεκριμένου κειμένου με τίτλο,

"Η θεωρία του Ιμπεριαλισμού ως πολιτικό εργαλείο ανάλυσης και 
επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας" δημοσιεύθηκε
στην έντυπη έκδοση της μαρξιστικής επιθεώρησης Praxis
Advertisements

One thought on “Ιμπεριαλισμός, επιστροφή στο μέλλον *

  1. Mερικές παρατηρήσεις στα πεταχτά, μια και το κείμενο είναι αρκετά εκτενές για να σχολιαστεί ολόκληρο:
    Ο Λένιν μιλάει για τον ιμπεριαλισμό ως στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού παγκόσμια και όχι ανά χώρα. Θα εξηγήσω παρακάτω την θεμελιώδη σημασία αυτού.
    Τι μας λέει λοιπόν για αυτό το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμου;
    Μας λέει (δύο φορές μάλιστα στο ομόνυμο έργο του) πως σε αυτό το στάδιο «μια χούφτα ισχυρών χωρών» εκμεταλλεύονται εκτός από την δική τους εργατική τάξη και όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Το λέει μάλιστα και στην εισαγωγή, πριν αναλύσει οικονομικά τους όρους με τους οποίους υφίσταται αυτή η εκμετάλλευση στην συνέχεια. Το λέει επίσης και στο σημείο με τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού που αβαφέρεται και στο ποστ:
    «…έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες»
    Εάν λοιπόν η εξέταση των «ιμπεριαλιστικών» χαρακτηριστικών της κάθε επί μέρους καπιταλιστικής χώρας μας οδηγεί στο συμπεέρασμα πως λίγο ή πολύ, σήμερα ΟΛΕΣ οι καπιταλιστικές χώρες (και όχι μόνο οι «μεγαλύτερες» ή «μια χούφτα από αυτές»), έχουν περάσει στο ιμπεριαλιστικό τους στάδιο όπως αναφέρεται στο κείμενο, πετάει το κομβικό σημείο της ιδέας του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό στον κάλαθο των αχρήστων.
    Που πάει να πει, πως αν καταλήξουμε σε ένα τέτοιο συμπερασμα (πως δηλαδή ο διαχωρισμός των καπιταλιστικών χωρών σε ιμπεριαλιστικές και μη, έχει πάψει να υφίσταται), ή εμείς κάπου δεν διαβάσαμε τον Λένιν σωστά, ή όλη του η θεωρία περί ιμπεριαλισμού έχει πάψει να υφίσταται μαζί με τον παραπάνω διαχωρισμό.

    Και κάτι τελευταίο.
    Κατά την προσωπική μου άποψη, οι όροι «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» και «ολοκληρωτικός ιμπεριαλισμός» που χρησιμοποιούνται στο κείμενο στερούνται κάθε νοήματος. Δεν μπορεί μια χώρα να είναι «ολίγον» καπιταλιστική ή «ολίγον» ιμπεριαλιστική, όπως δεν μπορεί μια κοπέλα να είναι «ολίγον» έγκυος, ή κάποιος να είναι «ολίγον» πεθαμένος.
    Ή έχεις ιμπεριαλισμό ή δεν έχεις, ή έχεις καπιταλισμό ή δεν έχεις.
    Δεν μπορώ να το συλλάβω με διαφορετικό τρόπο.
    Υ.Γ.
    Εννοείται πως δεν μπήκα στον κόπο να σχολιάσω τα κομμάτια του κειμένου τα οποία με βρίσκουν σύμφωνο…

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s