Αλίμονο στην χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες: Ο Βίος του Γαλιλαίου


 b_4609_brecht(c)gerdagoedhart_sv

Μέσα στην φτώχεια και την ανεργία το θέατρο μπορεί να φαντάζει πολυτέλεια για μεγάλο μέρος των εργαζομένων. Πολυτέλεια για το αντίτιμο, το χρόνο, ή την διάθεση που μέσα στην κρίση δεν υπάρχει η δυνατότητα να βρεθούν εύκολα. Για μια ακόμα φορά, αυτοί που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη την τέχνη, έχουν την περισσότερη δυσκολία να την προσεγγίσουν. Και όταν τα καταφέρουν δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα αξίζει τον κόπο. Και όμως εμφανίζονται παραστάσεις που αποτελούν πραγματικό εργαστήρι σκέψης και προβληματισμού. Τέτοια παράσταση είναι ο Βίος του Γαλιλαίου του Μπρέχτ που έχει ανέβει αυτές τις μέρες στο Εθνικό Θέατρο.

Ο Βίος του Γαλιλαίου είναι ένα έργο γεμάτο μηνύματα για την φενάκη της ελεύθερης καπιταλιστικής αγοράς και του κράτους που την προστατεύει, την λογοκρισία της εξουσίας που πνίγει κάθε διαφορετική σκέψη, για τα όρια των διανοούμενων. Ταυτόχρονα είναι ένα έργο γεμάτο διλλήματα για το ρόλο και την χρησιμότητα της γνώσης, της επιστήμης και του πολιτισμού.

Μέσα από αντιπαράθεση του Γαλιλαίου με την εξουσία πέφτουν οι μάσκες όχι μόνο των δογματικών της εκκλησίας αλλά και των αστών αποστόλων της λογικής. Ο Γαλιλαίος είναι ο κριτικός επιστήμονας που έχει βαθιά συνείδηση του χαρακτήρα των κραταιών απόψεων για τον κόσμο, όχι όμως και των πηγών αυτού του δογματισμού. Βλέπει την σύγκρουση με την εξουσία σαν μια μάχη ανάμεσα στην λογική και τον δογματισμό και όχι σαν μια διαπάλη που έχει τις ρίζες στις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες.. Αυτά τα όρια του Γαλιλαίου δεν είναι απλά ένα λάθος που θα μπορούσε να αντιστραφεί αλλά πηγάζουν από την ίδια την κοινωνική του θέση. Ο ίδιος είναι τελικά τόσο διεφθαρμένος και ενσωματωμένος στο κοινωνικό σύστημα όσο ριζοσπάστης είναι στην επιστημονική σκέψη. Συχνά υπενθυμίζει ότι είναι οπαδός της καλοπέρασης και της άνετης ζωής για να δικαιολογήσει την στάση του. Και αυτή η θέση του καθορίζει τελικά και τις πράξεις του, που αρνούνται την προσπάθεια αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών (αυτών που μέσα τους ο Γαλιλαίος εξασφαλίζει η θέλει να εξασφαλίσει την καλοπέραση) και εγκλωβίζονται στην αυταπάτη ότι αρκεί η δύναμη των επιχειρημάτων για να αλλάξουν τα πράγματα.

Έτσι ο Γαλιλαίος θεωρεί ότι είναι η στενοκεφαλιά κάποιων ηγετών της εκκλησίας που εμποδίζει τις ιδέες του να διαδοθούν και όχι το γεγονός ότι η θεωρία του μπορεί να γίνει πολιτικά επικίνδυνη. Οι ιεροεξεταστές όμως γνωρίζουν πολύ καλά: «Ότι πρόκειται για μαθηματικούς υπολογισμούς και όχι για πνεύμα ανταρσίας, αυτό το υποστηρίζουν εκείνοι. Όμως το ζήτημα δεν είναι οι μαθηματικοί υπολογισμοί. Αλλά η φοβερή ανησυχία που εξαπλώθηκε στον κόσμο…οι άνθρωποι αυτοί αμφιβάλλουν για όλα. Πάνω στην αμφιβολία λοιπόν θα θεμελιώσουμε την ανθρώπινη κοινωνία και όχι πια πάνω στην πίστη;.. Θα άρχιζαν να αμφιβάλλουν αν ο ήλιος εστάθη κατά Γαβαών και ύστερα θα μετέφεραν την βρωμερή αμφιβολία τους και στους φιλανθρωπικούς εράνους!». Φυσικά η εξουσία ξέρει πώς θα χρησιμοποιήσει τις ανακαλύψεις του: «Τα λιμάνια ζητούν όλο και πιο επίμονα τους χάρτες του κ.Γαλιλέι. Σε αυτό βέβαια θα πρέπει να υποχωρήσουμε, πρόκειται περί οικονομικών συμφερόντων.» (1)

Ο Γαλιλαίος από τους μαθητές του ξεχωρίζει σαν πιο αξιόλογους αυτούς που είναι από τα φτωχά στρώματα: «Ποιος άλλος λαχταράει να μάθει για τις πρωταρχικές αιτίες των πραγμάτων; Αυτοί που βρίσκουν το ψωμί έτοιμο στο τραπέζι δε νοιάζονται να μάθουν πώς ψήθηκε. Αυτοί οι λεχρίτες προτιμούν να ευχαριστούν το θεό παρά τον φούρναρη. Εκείνοι όμως που φτιάχνουν το ψωμί θα καταλάβουν πως τίποτα δεν κινείται, αν κάποιος δεν το κουνήσει» Όμως, όταν συγκρούεται, δεν στρέφεται σε αυτούς αλλά σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να υπερασπιστεί τις απόψεις του μέσα από δουλοπρεπή τεχνάσματα συναλλαγής με την εξουσία. Έχει την αυταπάτη ότι μέσα από το επιστημονικό και κοινωνικό του κύρος και τις γνωριμίες του με αξιωματούχους θα μπορέσει να επηρεάσει τα πράγματα: «Ενώ είσαι τόσο δύσπιστος στην ίδια σου την Επιστήμη, στα θέματα που μπορούν να ευκολύνουν τις έρευνες σου δείχνεσαι ευκολόπιστος σαν παιδί. Δεν πιστεύεις στον Αριστοτέλη, πιστεύεις όμως στον Μεγάλο Δούκα της Φλωρεντίας.» (2) «Θα τους αρπάξω από τα μαλλιά και θα τους σύρω μπροστά στο τηλεσκόπιο…και οι καλόγεροι είναι άνθρωποι…και αυτοί υποκύπτουν στην γοητεία που ασκεί μια απόδειξη» (3).

Όσο οι επιστημονικές του ανακαλύψεις ξεδιπλώνονται και διαδίδονται, αυτή η αυταπάτη μεγαλώνει: Όταν λίγο πριν οδηγηθεί στην ιερά εξέταση (και ενώ παρακολουθείται ανοιχτά σε κάθε του βήμα από τους απεσταλμένους της εκκλησίας) θα τον επισκεφτεί ένας τεχνίτης για να του εκφράσει την υποστήριξη που έχει από τους εργάτες και να του προσφέρει έξοδο διαφυγής, θα πάρει την αποστομωτική απάντηση: «Από όσο ξέρω κανείς δεν έχει την πρόθεση να στραφεί εναντίον μου…δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου φυγά. Μου αρέσουν οι ανέσεις…ο Μεγάλος Δούκας είναι μαθητής μου, και έπειτα και ο ίδιος ο Πάπας θα πρόβαλλε βίαια άρνηση σε κάθε προσπάθεια να με τυλίξουν σε παγίδες»». Και όταν ο τεχνίτης φύγει απογοητευμένος, ο Γαλιλαίος θα αναφωνήσει: «Ορίστε, σε αυτόν τον τόπο κάθε κύριος που έχει παράπονα με διαλέγει για εκπρόσωπο του, και μάλιστα στους πιο ακατάλληλους χώρους. Έγραψα ένα βιβλίο για την μηχανική του σύμπαντος, αυτό είναι όλο. Από εκεί και ύστερα τίποτα δεν με ενδιαφέρει» (4). Αυτές οι αυταπάτες θα οδηγήσουν τελικά και στην ολοκληρωτική ήττα και την καταστροφή του Γαλιλαίου ως πρόσωπο και ως απελευθερωτικό δυναμικό.

Στον Βίο του Γαλιλαίου, όπως και με άλλα έργα του Μπρέχτ, τα πολιτικά μηνύματά παρουσιάζονται μέσα από την περιγραφή των προτύπων της εποχής του τότε και του σήμερα, με τις αντιφάσεις και τις ιδιαιτερότητές τους: Οι κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις, οι αξίες των κοινωνικών στρωμάτων, η εξουσία και οι αυλικοί της, οι έμποροι, η εκκλησία, όλα δημιουργούν μια μεγάλη σύνθεση μέσα στην οποία πραγματοποιείται το ταξίδι του Γαλιλαίου προς την καταστροφή.

Ο Μπρέχτ δεν χαρίζεται ούτε στα φτωχά στρώματα: Όπως με την πιστή υπηρέτρια του Γαλιλαίου, που σε όλο το έργο τον ενθαρρύνει να συνθηκολογήσει, τον κατηγορεί ότι έμπλεξε τον γιό της σε θεωρίες και την ώρα που ο Γαλιλαίος περιγράφει τις ανακαλύψεις του, αυτή διαβάζει τα ζώδια με την ερωτευμένη κόρη του. Όταν τον επισκέπτεται ένα νεαρός καλόγερος (και αυτός για να τον μεταπείσει να αλλάξει απόψεις) και του λέει για την κατάσταση των φτωχών αγροτών που ήδη υποφέρουν και δεν πρέπει να διαταραχθεί και άλλο η ζωή τους ο Γαλιλαίος ρωτάει: «Δε λέτε καλύτερα πως δεν έχουν καμιά ελπίδα πιά. Το κρασί τους το αρπάξανε και το πιάνε, τα χείλια τους κορακιάσανε, τι τους απόμεινε;- να φιλήσουνε τα ράσα…..βλέπω τη θεία υπομονή των συγγενών σας, μα που είναι-που να πάρει ο διάολος η θεία οργή τους;» για να πάρει την απάντηση από τον νεαρό ότι «έχουν κουραστεί πιά». (5)

Ταυτόχρονα το έργο θέτει ζητήματα για το ρόλο της γνώσης που ξεπερνούν τον ορίζοντα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η κατάληξη του Γαλιλαίου δεν χρησιμοποιείται για την καταδίκη της επιστήμης γενικά αλλά σαν παράδειγμα για το που οδηγεί ο καπιταλισμός την επιστήμη (αλλά και κάθε δραστηριότητα που μπορεί να αποκτήσει απελευθερωτικό χαρακτήρα για τα ταξικά εκμεταλλευόμενα στρώματα): στην αφομοίωση, την αλλοτρίωση και την καταστολή. Σε αυτόν τον κανόνα υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν, όπως ο Τζιορντάνο Μπρούνο (που συχνά αναφέρεται στο έργο σαν παράδειγμα προς αποφυγή από αυτούς που προσπαθούν να συνετίσουν τον Γαλιλαίο). Από την άλλη πλευρά, στο θέμα της χρησιμότητας της επιστήμης για την κοινωνία, το έργο διατυπώνει κυρίως ερωτήματα που αφήνει ανοιχτά. Ερωτήματα που ίσως απασχολούσαν και τον ίδιο τον Μπρέχτ, όπως φαίνεται και από τις αλλεπάλληλες προσπάθειες του να βελτιώσει το έργο του.

Στον τρόπο παρουσίασης, ο Βίος του Γαλιλαίου έχει μια διάφορά σε σχέση με άλλα έργα του συγγραφέα: Η γνωστή «αποστασιοποίηση», δηλαδή η διάσπαση της ροής του έργου για να διατυπωθούν «θέσεις» εκφράζεται αποκλειστικά μέσα από τα τραγούδια και την χορωδία. Στο υπόλοιπο έργο βγαίνει μέσα από τους χαρακτήρες και την δράση τους χωρίς να διασπάται η ροή του μύθου. Όμως αυτή η διαφορά δεν στερεί σε τίποτα το έργο και τα μηνύματα του από την δύναμη τους. Το έργο επίσης δίνει την δυνατότητα στον Μπρέχτ (λόγω του αντικειμένου) να δημιουργήσει σκηνές όπου η επιστημονική μέθοδος προβάλλεται η ίδια μέσα από τα πειράματα των ίδιων και των μαθητών του. Επίσης ο Μπρέχτ ακολουθεί κατά γράμμα τα ιστορικά γεγονότα και τις επιστημονικές ανακαλύψεις του Γαλιλαίου και αποδίδει με δικό του τρόπο τις οικογενειακές και προσωπικές του σχέσεις, ώστε να έχει την ελευθερία να χτίσει την πλοκή χωρίς να αλλοιώσει καμία βασική πλευρά.

Ο Βίος του Γαλιλαίου έχει ξεχωριστή θέση στην διαδρομή του Μπρέχτ. Είναι ίσως το πιο δημοφιλέστερο από τα έργα του, όχι μόνο στην σκηνή αλλά και στις εκδόσεις του. Είναι επίσης ένα έργο που ήταν διαφορετικό στην αρχική του μορφή και τροποποιήθηκε ριζικά από τον συγγραφέα στην συνέχεια. Στην πρώτη του εκδοχή γράφτηκε στην Δανία, μια από τις πολλές χώρες στις οποίες περιπλανήθηκε ο Μπρέχτ κυνηγημένος από τον Ναζί. Οι Ναζί τον είχαν στις πρώτες θέσεις της λίστας των καλλιτεχνών που έπρεπε να συλληφθούν λόγω της κομμουνιστικής του τοποθέτησης και των αντιπολεμικών του έργων (τα βιβλία του ήταν από τα πρώτα που κάηκαν δημόσια όταν οι φασίστες κατέλαβαν την εξουσία στην Γερμανία).

Το έργο γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 (1938-1939) την ίδια εποχή με τα έργα «Η Δίκη του Λούκουλου» (1938), « Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν» (1937-1940) και το «Μάνα κουράγιο» (1938-1939), σε μια από τις πιο σκοτεινές εποχές, παραμονές του πολέμου και με τον φασισμό να επελαύνει σε όλη την Ευρώπη (6). Γράφτηκε με την βοήθεια της Μαργκαρέτε Στέφιν με την οποία ο Μπρέχτ είχε συνεργαστεί και στην Γερμανία. Η Στέφιν τον βοήθησε και στην συγγραφή των «Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ», «Αρτούρο Ούι» και άλλων έργων του. Χάθηκε πρόωρα απο φυματίωση δύο χρόνια αργότερα, το 1941, μόλις σε ηλικία 32 χρονών στην Μόσχα, προσπαθώντας να εξασφαλίσει διαβατήριο για να ακολουθήσει τον Μπρέχτ και την οικογένεια του στην Αμερική.

Σε αυτήν την πρώτη εκδοχή το έργο, εμπνευσμένο (μεταξύ άλλων) και από την απολογία του Δημητρόφ στην σκηνοθετημένη από τους Ναζί «δίκη του Ραίχσταγκ» (όπου συνέκρινε του ναζί με τους ιεροεξεταστές του Γαλιλαίου), θύμιζε την τακτική που ο Μπρέχτ είχε περιγράψει στο «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια». Πρόβαλε την εικόνα του Γαλιλαίου ως πανούργου δολιοφθορέα της εξουσίας που περιμένει την ευκαιρία του και που τελικά αποκαθιστά την προδοσία του μέσω της μυστικής διαρροής των χειρογράφων του στο εξωτερικό. Είναι η εποχή του λαϊκών και των αντιφασιστικών μετώπων και των προσπαθειών να συσταθούν πλατιές κινήσεις καλλιτεχνών ενάντια στον φασισμό, στις οποίες ο ίδιος ο Μπρέχτ συμμετέχει ενεργά. Παρόλα αυτά, ο ίδιος δεν ήταν ικανοποιημένος με το έργο. Τρείς μόλις μήνες μετά την πρώτη συγγραφή θα γράψει στις σημειώσεις του: «Ο Β.Γ είναι από τεχνική άποψη ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω…παραείναι οπορτουνιστικό Θα έπρεπε να ξαναγράψει κανείς το έργο εξ αρχής, προκειμένου να αποκτήσει αυτή την αύρα που έρχεται από τις νέες ακτές, αυτή τη ροδαυγή της επιστήμης. Στο σύνολο του πιο άμεσο…» (7)

Όταν ο Μπρέχτ θα ξαναπιάσει το έργο τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Το 1943 ο Όρσον Ουέλλες ενδιαφέρθηκε για τον Βίο του Γαλιλαίου και σχεδίασε μια συμπαραγωγή του με τον Αμερικανό ηθοποιό Τσάρλς Λότον. Η συνεργασία δεν προχώρησε, όμως ο Λώτον επέμεινε και ο Μπρέχτ, που στο μεταξύ είχε αρχίζει να αλλάζει το έργο, κατέληξε με την βοήθεια του σε μια ριζική αναθεώρηση που δημιούργησε την νέα εκδοχή. Η εκδοχή είναι ουσιαστικά αυτή που υπάρχει σήμερα, όπου ο Μπρέχτ αποφασίζει να στερήσει από τον Γαλιλαίο κάθε δικαιολογία για την στάση του. Τώρα η φιγούρα του Γαλιλαίου είναι αυτή ενός προδότη, όχι μόνο της επιστήμης αλλά και του λαού που τον πίστεψε, διεφθαρμένου από την εξουσία και κυνικού συμφεροντολόγου. Εκείνη την περίοδο, όταν το έργο ξαναγραφόταν από τους Μπρέχτ και Λώτον, πραγματοποιήθηκε η ρίψη της ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία και ξεκίναγε ο τρόμος ενός νέου πολέμου με πυρηνικά όπλα που χρησιμοποιούσαν τις τελευταίες εξελίξεις της επιστήμης.

Η παράσταση ανέβηκε το 1947 στο Μπέβερλυ Χίλς και την Νέα Υόρκη και παρά τον ενθουσιασμό του Λώτον, που χρηματοδότησε το έργο και έπαιξε και τον κεντρικό ρόλο, βρήκε παγερή ανταπόκριση. Ακόμα και εκείνη την εποχή το κοινό ήταν ήδη εθισμένο στις καλοφτιαγμένες σκηνές, στα εφέ του σασπένς και της συναισθηματικής έντασης, χωρίς να γνωρίζει ή να είναι προετοιμασμένο για μια εικόνα διαλόγων που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον σε μια λιτή σκηνή (8). Το σκηνικό θύμιζε για αυτούς ανία και βαρεμάρα. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτοί οι λόγοι που το έργο δεν είχε συνέχεια: Τέσσερεις μήνες μετά την πρώτη παράσταση ο Μπρέχτ κλήθηκε στην επιτροπή αντιαμερικανικών ενεργειών.: Ο ψυχρός πόλεμος και η εποχή του Μακαρθισμού μόλις ξεκινούσαν.

Η παράσταση που ανεβαίνει αυτές τις μέρες στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και με τον Χρήστο Στεργιόγλου στον κεντρικό ρόλο του Γαλιλαίου, είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Μηνά Χατζησάββα, που ήταν ο πρωταγωνιστής στην προηγούμενη παράσταση του Γαλιλαίου, στο ίδιο θέατρο, δεκαοκτώ χρόνια πριν, το 1998, σε σκηνοθεσία Σταύρου Ντουφεξή. Όσοι είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν και τις δύο παραστάσεις θα δουν την δυνατότητα του έργου του Μπρέχτ να ενσωματώνει διαφορετικές ερμηνείες, σε διαφορετικές εποχές.

Σε μια εποχή που η πολύχρονη κρίση έχει σκεπάσει την Ελληνική κοινωνία αλλά και έχει αποκαλύψει τις αυταπάτες, ο Βίος του Γαλιλαίου έχει να προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη και προβληματισμό αλλά και μηνύματα που είναι σήμερα ακόμα πιο επίκαιρα από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Η απαισιόδοξη πρόβλεψη του έργου για το μέλλον ότι εκεί «που φτάσαμε τώρα το περισσότερο που μπορούμε να περιμένουμε είναι μια γενιά από επιστημονικά ανδρείκελα που θα τα νοικιάζουν οι ισχυροί» (9), φαίνεται να επιβεβαιώνεται, πέρα απο τις ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις.

Την ίδια στιγμή όμως, αυτοί που ο Γαλιλαίος προδίδει, αυτοί που έχουν συμφέρον σήμερα να μάθουν την αλήθεια «τις πρωταρχικές αιτίες των πραγμάτων», δηλαδή η εργατική τάξη και οι αυτοαπασχολούμενοι, είναι πιο μορφωμένοι από ποτέ. Με δυνατότητα πρόσβασης στην γνώση άγνωστη όχι μόνο στην εποχή του Γαλιλαίου αλλά και στην εποχή του Μπρέχτ. Στην προοπτική όμως που θα συνεχίσουν να πιστεύουν ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα όχι από τους ίδιους αλλά από τους σημερινούς Γαλιλαίους και τους υπόλοιπους «στρατηγούς χωρίς στρατό» κάθε απόχρωσης, ο ίδιος ο Γαλιλαίος δίνει μια σαφή απάντηση: «Αλίμονο στην χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες».

Ας ελπίσουμε ότι τα εργατικά σωματεία (για τα οποία εξάλλου ο Μπρέχτ έγραψε το έργο, όπως και τα άλλα έργα του) θα μπορέσουν συλλογικά να κινητοποιήσουν όσους περισσότερους εργαζόμενους μπορούν για να δουν την παράσταση.

Σημειώσεις-Βιβλιογραφία:

1) M.Μπρέχτ- Η ζωή του Γαλιλαίου, εκδόσεις Ερμής, σελ 119-121.

2) M.Μπρέχτ, ο.π σελ 46.

3) M.Μπρέχτ, ο.π σελ 45

4) M.Μπρέχτ, ο.π σελ 114-115

5) M.Μπρέχτ, ο.π σελ (85)

6) Μάρτιν Έσλιν, Μπρέχτ, Ο άνθρωπος και το έργο του, εκδόσεις Θεωρία σελ 100-101

7) Darko Suvin, Η άρνηση της επουράνιας τροφής: Ο βίος του Γαλιλέου στο Μ.Μπρέχτ, Κριτικές προσεγγίσεις, εκδόσεις Πολύτροπον , σελ341-342

8) Μάρτιν Έσλιν, Μπρέχτ, Ο άνθρωπος και το έργο του, εκδόσεις Θεωρία σελ 110-112

9) M.Μπρέχτ- Η ζωή του Γαλιλαίου, εκδόσεις Ερμής, σελ 143

του Βαγγέλη Ζέρβα * 

*μέλος του Πανελλήνιου Σωματείου Φαρμακευτικών, Ιατροτεχνολογικών και συναφών κλάδων και της συντακτικής επιτροπής της Μαρξιστικής Επιθεώρησης Praxis

Πηγή : Εργατικό περιοδικό Praxis

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s