Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κεφαλαίου 


 

του Ernest Mandel

Μετάφραση – επιμέλεια – σχόλια:

Δημήτρης  Χρ. Ξιφαράς

Εισαγωγή του επιμελητή

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Ernest Mandel με τίτλο La Formation de la Pansee Economique de Karl Marx που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1967 από τις εκδόσεις Fr. Maspero [Το έργο κυκλοφόρησε και σε ελληνική μετάφραση (με πολλά προβλήματα) ως Ερνέστ Μαντέλ, Γένεση και Εξέλιξη των Οικονομικών θεωριών του Κάρλ Μάρξ, μτφ. Σταύρου Καμπουρίδη, εκδ. Σ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1975]. Το έργο μεταφράστηκε στα αγγλικά ως The Rormation of the Economic Thought of Karl Marx (Monthly Review Press, New York/London 1971). Η παρούσα μετάφραση έγινε  από την παραπάνω αγγλική έκδοση.

Οι λόγοι που μας έκαναν να προχωρήσουμε σε μια νέα μετάφραση και δημοσίευση του κειμένου είναι οι εξής:

i) Το γεγονός ότι η μαρξιστική έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγήςδεν έχει συζητηθεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αν και η ερμηνευτική της αποτελεσματικότητα ως μέσου για τη μελέτη και κατανόηση προκαπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών είναι ευρύτερα αποδεκτή μεταξύ πολλών μαρξιστών σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η διαπίστωση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η έννοια αυτή θα μπορούσε, ίσως, να οδηγήσει την έρευνα σε ενδιαφέροντα μονοπάτια αν γινόταν προσπάθεια χρησιμοποίησής της για την ανάλυση του κοινωνικού σχηματισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά την πριν τον 19ο αιώνα περίοδο. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυση απ’ αυτή τη σκοπιά έγινε από τον γνωστό τούρκο μαρξιστή ιστορικό Sencer Divtcioglu στο άρθρο του με τίτλο «Modele economique de la societe ottomane (les XVIe et XVe siecles)» που δημοσιεύτηκε στο La Pensee, τεύχος 144, Απρίλιος 1969, σ. 41-60 (ελληνική μετάφραση του Σπ. Ασδραχά στον συλλογικό τόμο, Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, Μέλισσα, Αθήνα 1979, σελ.114-131). Ωστόσο μια τόσο ενδιαφέρουσα ιδέα δεν προσέχθηκε όσο ίσως θα της άξιζε από τους περισσότερους έλληνες μελετητές. [Οι μόνες εξαιρέσεις που έχουμε υπόψη μας είναι των Θόδωρου Σταυρόπουλου,Ιστορική ανάλυση του αγροτικού ζητήματος στην Ελλάδα, εκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα 1979, τόμος Α΄, σσ. 175-450, Γιάννη Μηλιού, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη,εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1988, σσ. 165-172 και  τελευταία του Λύσανδρου Παπανικολάου, Από την βυζαντινή στη νεοελληνική κοινότητα. Εσωτερική ιστορία της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, εκδ. Διογένης, Αθήνα

iii) Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επισημάνσεις του Mandel, επισημάνσεις ιδιαίτερα εύστοχες και πρωτότυπες. Με το κείμενο αυτό ο Mandel παίρνει μέρος στη διεθνή συζήτηση που είχε αναζωπυρωθεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘60 σχετικά με την μαρξιστική έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Στην αναζωπύρωση αυτή είχαν παίξει καθοριστικό ρόλο η «αποκατάσταση» της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης (η έννοια είχε καταγγελθεί ως «αντιμαρξιστική» από τους ηγήτορες του σοβιετικού-σταλινικού μαρξισμού, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘30) καθώς και η ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων σε ορισμένες καθυστερημένες αγροτικές χώρες του Τρίτου κόσμου. Ιδιαίτερη ένταση στη συζήτηση ήρθε να προσθέσει η κυκλοφορία του βιβλίου του Karl Wittfogel, Oriental Despotism (Ασιατικός δεσποτισμός) στα 1957. Ο συγγραφέας διακήρυξε, χωρίς περιστροφές, ότι το έργο του εντάσσεται στην ιδεολογική μάχη που δίνει ο «ελεύθερος κόσμος» για να μην επικρατήσει ο «ολοκληρωτισμός» και τόνισε ότι «ακολουθώντας [τις αναζητήσεις των Marx και Lenin] για δικό μας λογαριασμό, με αυτόνομο τρόπο, μπορούμε να ανατρέψουμε το συσχετισμό δυνάμεων στον αγώνα των ιδεών που διεξάγεται στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες» (K. Wittfogel, Oriental Despotism, σελ. xxix). Έτσι λοιπόν, μετά και την έκδοση του βιβλίου του Wittfogel,  η συζήτηση εντάχθηκε πια καθαρά στο πλαίσιο της γενικότερης ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.

iii) Το ότι η προηγούμενη έκδοση του κειμένου στα ελληνικά χαρακτηριζόταν από πολλά μεταφραστικά προβλήματα, που σε ορισμένα σημεία καθιστούσαν το κείμενο ακατανόητο και αλλοίωναν τα νοήματα.

iv) Τέλος, το ότι συμπληρώθηκε ένας χρόνος από το θάνατο του συγγραφέα στις 20 Ιουλίου του 1995. Η δημοσίευση αυτή είναι ένας τρόπος να αποδωθεί τιμή σ’ έναν μαχόμενο μαρξιστή.

Κατά τη διάρκεια της μετάφρασης δεν έλειψαν τα προβλήματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που βρεθήκαμε προ διλήμματος. Αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τις εξής επιλογές:

α) Ορισμένα σημεία του κειμένου ήταν γραμμένα κατά τέτοιο τρόπο που υπονοούσαν πράγματα αυτονόητα για τον ίδιο τον συγγραφέα ή την εποχή του. Ωστόσο, φυσιολογικό είναι, πολλά από αυτά να είναι όχι μόνο δυσνόητα αλλά και άγνωστα για τον αναγνώστη της σημερινής εποχής. Στα σημεία αυτά, όπου ήταν δυνατόν, προστέθηκαν υποσημειώσεις που ελπίζουμε ότι διευκολύνουν την κατανόηση του κειμένου.

β) Οι τίτλοι των έργων -ειδικά εκείνων των κλασικών του μαρξισμού- έγινε προσπάθεια να αποδωθούν στο πρωτότυπο, όπου αυτό ήταν δυνατόν.

γ) Παραπομπές στην έκδοση MEGA (Marx-Engels Gesamtausgabe) γίνονται με έναν ρωμαϊκό αριθμό που δηλώνει το τμήμα της και δύο αραβικούς  αριθμούς (τόμος και σελίδα). Παραπομπές στην έκδοση MEW (Marx-Engels Werke) σημειώνονται με δύο αραβικούς αριθμούς (τόμος και σελίδα).

δ) Χρησιμοποιήθηκαν παραπομπές δύο ειδών: Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις υποσημειώσεις του ίδιου του Mandel, οι οποίες τίθενται με συνεχή αρίθμηση στο τέλος των σελίδων χωρίς οποιαδήποτε επεξηγηματική ένδειξη. Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από τις υποσημειώσεις του μεταφραστή του κειμένου στις οποίες προστίθεται η ένδειξη: (ΣτΜ)

Αν, παρά την προσπάθειά μας, ο αναγνώστης δυσκολευτεί να κατανοήσει ορισμένα σημεία, λόγω της μετάφρασης, ή θεωρήσει λανθασμένες τις επιλογές μας, τότε ας έχει υπόψη του τα λόγια του γάλλου ιστορικού Marc Bloch:

«Αντίθετα με τα μαθηματικά ή τη χημεία, η επιστήμη μας δεν διαθέτει ένα σύστημα συμβόλων μη συνδεδεμένων με την εθνική γλώσσα. Ο ιστορικός μιλά μόνον με λέξεις. Επομένως, με τις λέξεις της χώρας του. Αν συναντά καταστάσεις εκφρασμένες σε μιαν άλλη γλώσσα, πρέπει να τις μεταφράσει. Όσο γι’ αυτό, δεν προκύπτει κάποιο σοβαρό εμπόδιο, όσο οι λέξεις αναφέρονται σε κοινά πράγματα ή πράξεις: αυτό το κοινό χρήμα του κάθε λεξιλογίου ανταλάσσεται εύκολα στην ονομαστική του αξία. Από την άλλη, μόλις αυτοί οι θεsμοί, οι πεποιθήσεις και τα έθιμα αποκτήσουν μια βαθύτερη σύνδεση με την ιδιαίτερη ζωή μιας κοινωνίας, η μετάφρασή τους σε μιαν άλλη γλώσσα, κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας διαφορτικής κοινωνίας, αποβαίνει παρακινδυνευμένο επιχείρημα. Η επιλογή μιας αντίστοιχης λέξης συχνά ισοδυναμει με την υπόθεση μιας ομοιότητας«. (Marc Bloch, Απολογία για την Ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού, μτφ. Κ. Γαγανάκης, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1994, σελ. 172.)

Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κεφαλαίου 

Ήταν στις 10 Ιουνίου του 1853 όταν ο Marx, για πρώτη  φορά δημόσια, πραγματεύτηκε την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Λίγο καιρό πριν είχε ανταλλάξει σκέψεις για το θέμα αυτό με τον Engels σ’ ένα γράμμα που είχε στείλει σ’ αυτόν στις 2 Ιουνίου του ίδιου χρόνου και στο οποίο ο Engels απάντησε στις 10 Ιουνίου [1] . Στους επόμενους μήνες καθώς και τα επόμενα χρόνια, ο Marx επρόκειτο να επιστρέψει στο θέμα αυτό πολλές φορές, κυρίως σε άρθρα που έστελνε στη New York Daily Tribune [2] καθώς και στο έργο του Zur Kritik der politischen Oekonomie [3] . Ήταν όμως στα Grundrisse [4] , όπου η ιδέα του ασιατικού τρόπου παραγωγής αναπτύχθηκε με μεγαλύτερη πληρότητα, στο πλαίσιο μιας σειράς σημειώσεων υπό τον τίτλο Formen, die der kapitalistischen Produktion vorhergehn (ueber den Prozess der der Bildung des Kapitalverhaeltnisses oder der Urspuenglichen Akkumulation vorhergeht [5] . Η δημοσίευση αυτού του κειμένου στη Γερμανία το 1953 [6] , καθώς συνέπεσε με την έναρξη της αποσταλινοποίησης, έδωσε τη δυνατότητα ν’ αρχίσει πάλι μια συζήτηση η οποία είχε ιδιαίτερα περιπλακεί, αν όχι τελματωθεί, κατά τα προηγούμενα χρόνια.

Φαίνεται αρκετά καλά θεμελιωμένη η εκτίμηση ότι ο Marx περέμεινε πιστός στην έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής μέχρι το τέλος της ζωής του [7] . Ο Engels, ωστόσο, απάλειψε τον ασιατικό τρόπο παραγωγής από τη διαδοχή των «σταδίων» τα οποία διανύθηκαν από το ανθρώπινο είδος, όπως αυτά παρουσιάστηκαν στο έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους,όπου ο Engels βασίστηκε στενά στον Μorgan [8] (Ο Engels είχε υποστηρίξει την ιδέα στο Anti-Duehring, το οποίο είχε εκδοθεί έξι χρόνια νωρίτερα. [9] ) . Αυτή ήταν και η αιτία που προκάλεσε τις διχογνωμίες μεταξύ των μαρξιστών.

Περιορισμένη χρήση της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής έγινε στη δυτική Ευρώπη. Στη Ρωσία ο Lenin υιοθέτησε την ιδέα χρησιμοποιώντας τον αξιοσημείωτα τροποποιημένο όρο «ασιατισμός», [10] αλλά δεν την χρησιμοποίησε για να προσδιορίσει έναν συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό [11] . Ο Plekhanov τελικά απέρριψε τον οποιονδήποτε συσχετισμό της ιδέας του ασιατικού τρόπου παραγωγής με τη Ρωσία και ακόμα με την ιστορία γενικά [12] . Ο Lenin αναφέρθηκε ξανά, το 1914 [13] , στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, θεωρώντας τον, κατηγορηματικά, ως έναν από τους τέσσερις μεγάλους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς. [14]

Λίγο καιρό μετά τη Ρωσική Επανάσταση, στο πλαίσιο της αναγέννησης των μαρξιστικών σπουδών που αυτή προκάλεσε, ο Ryazanov έδωσε προσοχή, για μια ακόμα φορά, στη σημασία του ασιατικού τρόπου παραγωγής στην Εισαγωγήπου έγραψε σε τρία άρθρα του Marx που αναφέρονταν στην Κίνα και την Ινδία  και τα οποία δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό  Unter dem Banner des Marxismus (Kάτω απ’ το λάβαρο του Μαρξισμού) [15] . Την ίδια χρονιά ο Eugene Varga έγραψε ένα άρθρο για το θέμα και το 1928 ο Madyar εξέδωσε ένα μεγάλο βιβλίο για την κινεζική αγροτική οικονομία το οποίο πραγματευόταν την ιδέα του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Η Κίνα ήταν, βεβαίως, επίκαιρη εκείνη την εποχή της κορύφωσης αλλά και της ήττας της δεύτερης κινεζικής επανάστασης [16] . Αλλά ήταν ακριβώς αυτό το γεγονός, δηλαδή  τα προβλήματα στρατηγικής και τακτικής της κινεζικής επανάστασης, που είχε ως αποτέλεσμα να μπεί τέλος στην επιστημονική συζήτηση που αφορούσε τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Η σταλινική τάση περιόρισε όλη την επιστημονική συζήτηση σε «υπηρεσιακό» επίπεδο, σε στενή σύνδεση με τις φατριαστικές διαμάχες στο εσωτερικό της Κομιντέρν. Το να αποδεχθεί κανείς ότι ένας ασιατικός τρόπος παραγωγής υπήρχε στην Κίνα, ισοδυναμούσε με το να υποβαθμίσει τα «αντι-φεουδαλικά καθήκοντα» της κινεζικής επανάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής «καταγγέλθηκε» στις συζητήσεις του Λένιγκραντ, τον Φεβρουάριο του 1931 [17] : «O E. Yolk παρατήρησε. .. ότι οι απόψεις των τροτσκιστών, οι οποίες έδιναν έμφαση στην ύπαρξη εμπορικού καπιταλισμού στην Κίνα και τόνιζαν τον αντι-καπιταλιστικό χαρακτήρα της παρούσας επανάστασης, διέφεραν από αυτές των υποστηρικτών του ασιατικού τρόπου παραγωγής αλλά παρ’ όλα αυτά οι πολιτικές επιπτώσεις των δυο αντιλήψεων ήταν ταυτόσημες, από τη στιγμή που σήμαιναν απόρριψη του αντι-φεουδαλικού (αστικο-δημοκρατικού) χαρακτήρα της παρούσας φάσης του κινεζικούεπαναστατικού κινήματος» [18] .

Για τις δυο επόμενες δεκαετίες, η αναλυτική κατηγορία του ασιατικού τρόπου παραγωγής ήταν καταδικασμένη, πρώτα απ’ όλα στη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την Κίνα. Το αποτέλεσμα ήταν να συσκοτισθεί το περιεχόμενό της και τελικά να εξαφανιστεί από τα εγχειρίδια [19] . Στη Δύση, ωστόσο, ένας γερμανός κομμουνιστής που ονομαζόταν Karl August Wittfogel [20] είχε εν τω μεταξύ αφιερώσει ένα μνημειώδες έργο στον ασιατικό τρόπο παραγωγής και αυτό, τελικά, είχε διαρκή επίδραση στη σκέψη των κοινωνιολόγων [21] . Ήταν επίσης στη Δύση όπου η συζήτηση για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής επανεμφανίστηκε, κυρίως στη Βρετανία και τη Γαλλία. Στις Λαϊκές Δημοκρατίες η έννοια είχε χρησιμοποιηθεί, καθώς είχε αρχίσει η αποσταλινοποίηση, για να διαλύσει τον μηχανιστικό και αντιμαρξιστικό ζουρλομανδύα των «τεσσάρων σταδίων» από τα οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα, υποτίθεται, ότι είχε υποχρεωτικά περάσει: πρωτόγονος κομμουνισμός, δουλοκτητική κοινωνία, φεουδαλισμός, καπιταλισμός.

Αυτός ο ζουρλομανδύας είχε υποχρεώσει συγγραφείς, που ισχυρίζονταν ότι ήταν μαρξιστές αλλά και ήθελαν να είναι αποδεκτοί ως «ορθόδοξοι» από τα κομμουνιστικά κόμματα, να συμπεριλάβουν  στον όρο «φεουδαλική κοινωνία» μια πολυποίκιλη σειρά κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών [22] . Είχε επίσης απονεκρώσει την ιστορική έρευνα αναφορικά με τις αυτοκρατορίες που δημιουργήθηκαν από νομαδικούς και ημινομαδικούς λαούς (Χάνοι, Τούρκοι, Οθωμανοί, Μογγόλοι), κάτι το οποίο ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την ιστορία της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Ήταν πράγματι αδύνατον να περιγράψει κανείς αυτές τις αυτοκρατορίες είτε ως «δουλοκτητικές κοινωνίες» είτε ως»φεουδαλικές κοινωνίες», ή ακόμα και ως κοινωνίες σε μετάβαση από τη δουλεία στον φεουδαλισμό. Η διαφοροποίηση που προέκυψε ως αποτέλεσμα της συζήτησης αυτών των προβλημάτων έκανε πιο εύκολη την εγκατάλειψη του δόγματος των «τεσσάρων παγκοσμίων σταδίων» και επέσπευσε την επανεμφάνιση της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής. [23]

Η αναζωογονημένη συζήτηση για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής είναι καλοδεχούμενη. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, πρέπει προσεκτικά να γίνει η διάκριση ανάμεσα, πρώτον, σ’ αυτό που ο Marx και ο Engels εννοούσαν μ’ αυτή την έκφραση, δεύτερον, στη διαστρέβλωση της έννοιας, η οποία ακολούθως δεινοπάθησε στα χέρια μερικών μαθητών του Marx και κάποιων αντιπάλων του και τρίτον, στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται σήμερα η έννοια αυτή από ιστορικούς και κοινωνιολόγους εμπνεόμενους από τον μαρξισμό. Γι’ αυτό το λόγο, μια σύντομη αναδρομή στις απαρχές της ιδέας αυτής στη σκέψη του Marx και του Engels φαίνεται χρήσιμη.

Χωρίς να επιθυμούμε να πάμε πίσω στην προέλευση της έκφρασης «ανατολικός δεσποτισμός», η οποία χρονολογείται από τον 17ο αιώνα, ή από τον Μοntesquieu, ο οποίος έκανε εκτεταμένη χρήση του όρου [24] , είναι πιθανόν ότι ο Marx και ο Engels επεξεργάστηκαν τη θεωρία τους για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής κάτω από την επιρροή τριών ρευμάτων σκέψης: πρώτον, οικονομολόγων όπως ο John Stuart Mill και ο Richard Jones, τους οποίους ο Marx είχε μελετήσει ή μελετούσε στα 1853 και οι οποίοι είχαν διατυπώσει παρόμοιες εκφράσεις [25] , στη συνέχεια, ενός συνόλου από ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αναμνήσεις και μονογραφίες που ήταν αφιερωμένες στις χώρες της Ανατολής, τις οποίες ο Marx και ο Engels διάβασαν περίπου αυτή την εποχή [26] και, τέλος, ειδικών μελετών που οι δυο τους είχαν κάνει σχετικά με τις κοινότητες του χωριού σε άλλες περιοχές του κόσμου και οι οποίες τους οδήγησαν στο να αναγνωρίσουν τη σημασία αυτού του τύπου της κοινότητας στις  χώρες της Ανατολής [27] .

Όλες αυτές οι μελέτες ήταν, στην πραγματικότητα, υποπροϊόντα της λεπτομερούς ανάλυσης του εξωτερικού εμπορίου και της οικονομικής κατάστασης της Μ. Βρετανίας, θέμα με το οποίο ασχολούνταν εκείνη την εποχή ο Marx και ο Engels. Οι αγορές της Ανατολής αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη σημασία ως διέξοδοι για τη  βρετανική βιομηχανία. Η επέκταση των βρετανικών εξαγωγών προκαλούσε βαθύτατες αναταράξεις στην κοινωνία της Ανατολής. Η εξέγερση των Taiping στην Κίνα [28] και η στάση των Sepoy στην Ινδία [29] υπήρξαν αντιδράσεις, άμεσες ή έμμεσες, σε αυτή την αποσυνθετική επίδραση. Ενθουσιασμένοι από τις επαναστάσεις, είτε αυτές συνέβαιναν στη Δύση είτε στην Ανατολή, ο Marx και ο Engels αφοσιώθηκαν στη μελέτη της δομής των κοινωνιών οι οποίες κλονίζονταν. Αυτός ήταν ο δρόμος μέσω του οποίου κατέληξαν στο να μορφοποιήσουν την υπόθεση εργασίας για έναν ασιατικό τρόπο παραγωγής.

Τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά αυτού του τρόπου παραγωγής αναπτύχθηκαν αρκετά εξαντλητικά στις τρεις επιστολές του Ιουνίου του 1853, οι οποίες ήδη αναφέρθηκαν, καθώς και σε τέσσερα άρθρα που δημοσιεύτηκαν στη New York Daily Tribune. Mπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

(1) Εκείνο που είναι, πάνω απ’ όλα, το κύριο χαρακτηριστικό του ασιατικού τρόπου παραγωγής είναι η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης [30] .

(2) Ως αποτέλεσμα, η κοινότητα του χωριού διατηρεί μια ουσιαστική συνεκτική δύναμη, η οποία της επιτρέπει να  αντιστέκεται στις αιματηρότερες κατακτήσεις που επιχειρήθηκαν διαμέσου των αιώνων [31] .

(3) Αυτή η εσωτερική συνοχή της αρχαίας κοινότητας του χωριού, αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο εξαιτίας της στενής συνάφειας μεταξύ γεωργίας και βιοτεχνίας που υπάρχει στο εσωτερικό της [32] .

(4) Για γεωγραφικούς και κλιματολογικούς λόγους, όμως, η ανάπτυξη της γεωργίας σ’ αυτές τις περιοχές απαιτεί εντυπωσιακά υδραυλικά έργα: «Η τεχνητή άρδευση είναι εδώ η πρώτη προϋπόθεση ανάπτυξης της γεωργίας» [33] . Αυτού του είδους η άρδευση απαιτεί σχεδόν παντού μια κεντρική εξουσία για να την διαχειρίζεται και να αναλαμβάνει έργα μεγάλης κλίμακας [34] .

(5) Γι’ αυτό το λόγο, το κράτος πετυχαίνει τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του κοινωνικού υπερπροϊόντος στα χέρια του, γεγονός το οποίο προκαλεί την εμφάνιση ενός κοινωνικού στρώματος συντηρούμενου από αυτό το υπερπροϊόν. Αυτό το κοινωνικό στρώμα αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία (από εκεί και η έκφραση «ανατολικός δεσποτισμός»). Η «εσωτερική λογική» μιας κοινωνίας τέτοιου είδους λειτουργεί υπέρ ενός πολύ υψηλού βαθμού σταθερότητας των βασικών παραγωγικών σχέσεων.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία  παρουσιάστηκαν  παραπάνω, αναφέρονται στα Grundrisse, συμπεριλαμβανομένης της σημασίας των υδραυλικών έργων [35] . Ταυτόχρονα όμως, βρίσκουμε έναν σημαντικό αριθμό από επιπλέον ιδέες, οι οποίες μας καθιστούν ικανούς να προσδιορίσουμε με περισσότερη ακρίβεια τι εννοούσαν ο Marx και ο Engels με τον όρο «ασιατικός τρόπος παραγωγής».

Πρώτα απ’ όλα, η αρκετά τυχαία και δευτερεύουσας σημασίας ανάπτυξη των πόλεων στις χώρες της Ανατολής και η αυστηρή τους υπαγωγή στην κεντρική εξουσία του κράτους ή στους τοπικούς ηγεμόνες (σατράπες), τονίζονται αρκετές φορές [36] . Αυτό σήμαινε ότι η παραγωγή παρέμενε, σχεδόν αποκλειστικά, παραγωγή αξιών χρήσης [37] . Ωστόσο, η ανάπτυξη της παραγωγής ανταλλακτικών αξιών στις πόλεις είναι εκείνη η οποία καθιστά δυνατή την προετοιμασία για την κυριαρχία του κεφαλαίου. Όταν η δύναμη του χρήματος γίνεται κυρίαρχη σε μη βιομηχανικές κοινωνίες, αυτό οδηγεί στην κυριαρχία της υπαίθρου πάνω στην πόλη [38] . Μ’ άλλα λόγια, η ιδιαίτερη δομή του ασιατικού τρόπου παραγωγής -η υπαγωγή των πόλεων τόσο στη γεωργία όσο και στην κεντρική εξουσία [39] συνεπαγόταν ότι το κεφάλαιο δεν μπορούσε πλήρως ν’ αναπτυχθεί. Αυτό σήμαινε όχι στασιμότητα των παραγωγικών δυνάμεων (κάτι το οποίο δεν μπορεί να αποδειχθεί σε μια περίπτωση όπως αυτή της Κίνας) αλλά επιβραδυνόμενη ανάπτυξη, η οποία, τελικά, αποδείχθηκε μοιραία για τα έθνη τα οποία βασίστηκαν σ’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής [40] .

Η αποσυνθετική επιρροή που είχε η ανάπτυξη του εμπορίου και της χρηματικής οικονομίας στον ασιατικό τρόπο παραγωγής φαίνεται σε πολυάριθμα παραδείγματα από την ιστορία της αρχαίας Μεσοποταμίας, της Κίνας και της Ινδίας. Ο ούγγρος σινολόγος Ferenc Tokei [41] χρησιμοποιεί, για την Κίνα την έκφραση «προ-καπιταλιστική ανάπτυξη». Δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση ότι η Κίνα, υπό την δυναστεία των Ming [42] , γνώρισε -όπως και η Ινδία κατά την ακμή της περιόδου των Μογγόλων [43] μια αύξηση της παραγωγής ειδών πολυτελείας καθώς και του ιδιωτικού εμπορίου. Οι δυο αυτές εξελίξεις έφεραν τη χώρα στο κατώφλι του βιοτεχνικού και εμπορικού καπιταλισμού [44] . Αλλά είναι ακριβώς η ιδιαίτερη δομή του ασιατικού τρόπου παραγωγής η οποία μας δίνει τη δυνατότητα να εξηγήσουμε γιατί η Κίνα δεν πέρασε αυτό το κατώφλι.

Τι πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε για τις προσπάθειες που έγιναν από συγγραφείς όπως οι Maurice Godelier, Jean Chesnaux, Jean Suret-Canale και P. Boiteau να προσδιορισθεί ο ασιατικός τρόπος παραγωγής ως ένας κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την αταξική στην ταξική κοινωνία; [45] Στην προσπάθειά τους να πετύχουν κάτι τέτοιο έπρεπε να αποκρύψουν, πρώτα απ’ όλα και οριστικά, τον ρόλο-κλειδί που ο Marx και ο Engels απέδωσαν στα υδραυλικά και στα άλλα μεγάλης κλίμακας δημόσια έργα όσον αφορά στην εγκαθίδρυση αυτού του τρόπου παραγωγής [46] . Ο Godelier, ο οποίος ακολουθείται απ’ τον Suret-Canale, υποστηρίζει ότι «ο έλεγχος του διαφυλετικού ή του διατοπικού εμπορίου από φυλετικές αριστοκρατίες στις περιπτώσεις που η ανταλλαγή πολύτιμων προϊόντων, όπως ο χρυσός, το ελεφαντόδοντο, τα δέρματα κ.ά., γινόταν ανάμεσα στη μαύρη και την λευκή Αφρική» [47] , μπορούσε να επιτρέψει ν’ αναπτυχθούν βασίλεια όπως της Γκάνα, του Μαλί, του Σονγκάι κ.ά. Με μια τέτοια διεύρυνση της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής (όπως ακριβώς οι «δογματικοί» μαρξιστές συγγραφείς που απέρριψαν αυτή την έννοια, υποχρεώθηκαν να επεκτείνουν το περιεχόμενο της έννοιας του «φεουδαλισμού»), αυτοί οι συγγραφείς ρισκάρουν να χάσουν, στο σύνολό τους, την ακριβή σημασία αυτού του όρου.

Αυτό το οποίο κάνουν, επί της ουσίας, είναι να συρρικνώνουν βαθμιαία τα χαρακτηριστικά του ασιατικού τρόπου παραγωγής σ’ εκείνα τα οποία δηλώνουν κάθε πρώτη μορφή εμφάνισης του κράτους και των αρχουσών τάξεων στο πλαίσιο μιας κοινωνίας η οποία ακόμα βασίζεται, στην πραγματικότητα, στην κοινότητα του χωριού. Μπορεί πράγματι να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι σε κάθε περίπτωση συναντάμε, πρώτα απ’ όλα, έναν φόρο υποτέλειας τον οποίο πλήρωναν οι κοινότητες με τη θέλησή τους, προκειμένου να καλυφθεί το κόστος των εργασιών κοινού συμφέροντος (ακόμη και αν αυτό είναι ένα φαντασιακό συμφέρον, θρησκευτικό ή μαγικό όσον αφορά τη φύση του) [48] . Μια φυλετική ή διαφυλετική αριστοκρατία αναλαμβάνει, σ’ έναν όλο και μεγαλύτερο βαθμό, πρώτα την επικαρπία και έπειτα την πλήρη κυριότητα αυτού του φόρου. Έτσι για μια, περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένη, μεταβατική  περίοδο, μια «δημοκρατία του αγροτικού κόσμου» (a «democracy at the grass roots»), βασισμένη στην κοινότητα του χωριού, συνυπάρχει με μια κυβέρνηση, που γίνεται, ολοένα και περισσότερο, «δεσποτικού» τύπου και η οποία αποτελεί μια εμβρυακή μορφή της νέας άρχουσας τάξης.

Κάποιες φορές υποστηρίζεται ότι ο ασιατικός τρόπος παραγωγής μπορεί, σε τελική ανάλυση, να περιορισθεί σ’ έναν απλό συνδυασμό της κοινότητας του χωριού και μιας εκμεταλλευτικής κεντρικής εξουσίας [49] . Οι συγγραφείς που έχω αναφέρει, φυσικά, δεν έχουν καμιά δυσκολία στο ν’ ανακαλύψουν, αν και όχι χωρίς έκπληξη, αυτόν τον «ασιατικό» (sic) τρόπο παραγωγής στη μαύρη Αφρική και στην προ-κολομβιανή Αμερική καθώς ακόμα και στη μεσογειακή Ευρώπη (οι Ετρούσκοι και ο Κρητο-Μυκηναϊκός πολιτισμός) [50] . Όταν, ωστόσο, αυτή η διαδικασία συρρίκνωσης των κριτηρίων έχει επιτυχώς ολοκληρωθεί, αναρωτιόμαστε, τι το ακριβώς «ασιατικό» έχει απομείνει σ’ αυτή τη, διευρυμένη πια, αναλυτική κατηγορία. Και η απάντηση είναι σαφής: δεν έχουν μείνει πολλά. Ειδικότερα, δεν έχουν μείνει πολλά απ’ όσα σχετίζονται με τα φαινόμενα από τα οποία, σε τελική ανάλυση, ξεκίνησαν ο Marx και ο Engels τη διερεύνησή τους, δηλ. από τον υπερτροφικό και δεσποτικό χαρακτήρα του κράτους και την απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης.

Επιπλέον, η υπερβολική διεύρυνση της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής και η χρησιμοποίησή της για να αναλυθούν όλες οι κοινωνίες «σε μετάβαση από την αταξική κοινωνία στην ταξική κοινωνία» δεν μας επιτρέπει να συνυπολογίσουμε μια άλλη, ακόμη πιο σημαντική όψη αυτής της έννοιας όπως αυτή περιγράφτηκε από τον Marx. Με το να προσδιορίζουν τον ασιατικό τρόπο παραγωγής σαν μια κοινωνία η οποία επέρχεται ανάμεσα στον φυλετικό κομμουνισμό και τη δουλοκτητική ή τη φεουδαλική κοινωνία, μια κοινωνία η οποία «διαλύεται» είτε σε δουλοκτητική είτε σε φεουδαλική κοινωνία, αυτοί οι κριτικοί αποκρύπτουν, για μια ακόμα φορά, όλα αυτά τα οποία είναι συγκεκριμένα στην ιστορία της Ανατολής, και επιστρέφουν, ύστερα από μια μικρή περιπλάνηση, στον παλιό καλό δρόμο της παγκόσμιας «δουλείας» ή του «φεουδαλισμού», αφού έχουν πρώτα αποδοκιμάσει την υπερβολική επέκταση αυτών των ιδεών [51] . Δεν φαίνεται να έχουν εκτιμήσει το γεγονός ότι στα γραπτά του Marx και του Engels, η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής σχετίζεται όχι απλά και μόνο με κάποια «πρωτόγονη» ινδική ή κινεζική κοινωνία, χαμένη στις ομίχλες του παρελθόντος, αλλά με την ινδική και κινεζική κοινωνία όπως αυτές ήταν όταν το ευρωπαϊκό βιομηχανικό κεφάλαιο τις αντιμετώπισε κατά το 18ο αιώνα, λίγο πριν τις κατακτήσει (Ινδία) ή εισβάλλει μαζικά σ’ αυτές (Κίνα) [52] . (Σε σχέση μ’ αυτό, ο Romesh Dutt αναφέρει τους συγγραφείς των επίσημων εκθέσεων των αρχών του 19ου αιώνα, οι οποίοι διαβεβαιώνουν ότι εκείνη την εποχή οι αγροί στις χώρες της Ανατολής ανήκουν ακόμα συλλογικά στις κοινότητες των χωριών) [53] .

Αν η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής απογυμνωθεί από την ακριβή της σημασία δεν μπορεί πλέον να ερμηνεύσει τον ειδικό τρόπο ανάπτυξης της Ανατολής σε σύγκριση με τον τρόπο ανάπτυξης της δυτικής και της μεσογειακής Ευρώπης. Χάνει τη βασική της χρησιμότητα ως εργαλείο ανάλυσης των κοινωνιών εκείνων για τις οποίες ο Marx και ο Engels σαφώς την προόριζαν. Μπορεί να ανακτήσει αυτή τη χρησιμότητα μόνο αν πάμε πίσω στις αρχικές   διατυπώσεις και στη λειτουργία που, αρχικά, προοριζόταν γι’ αυτή από τον Marx και τον Engels, δηλαδή της ερμηνείας των ιδιαιτεροτήτων της ιστορικής ανάπτυξης της Ινδίας, της Κίνας, της Αιγύπτου και του ισλαμικού κόσμου σε σύγκριση με την ιστορική ανάπτυξη της δυτικής Ευρώπης.

Το έργο Oriental Despotism (Ανατολικός Δεσποτισμός), το τελευταίο magnum opus (μνημειώδες, μεγάλης σημασίας έργο, ΣτΜ) του Wittfogel, σαφώς υστερεί σε επιστημονική αντικειμενικότητα [54] . Παρόλα αυτά μού φαίνεται ότι είναι στο αριστούργημα του Wittfogel από τα 1931, στο έργο Wirtschaft und Gesellschaft Chinas (Οικονομία και κοινωνία της Κίνας),  όπου μπορεί κανείς, στις μέρες μας, να βρεί το κλειδί για να κατανοήσει τον ακριβή χαρακτήρα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, με τη διπλή έννοια με την οποία ο Marx και ο Engels εννοούσαν αυτόν τον χαρακτήρα στα Grundrisse.

Σ’ αυτό το βιβλίο ο Wittfogel περιγράφει, με πληρότητα, το απίστευτο κατόρθωμα των κινέζων χωρικών, οι οποίοι ταχύτατα έκαναν την Κίνα μια από τις πλέον πολυπληθείς χώρες στον κόσμο. Αυτό το κατόρθωμα, όμως, ήταν εξαρτημένο από την ύπαρξη υδραυλικών έργων τέτοιας κλίμακας που οι κοινότητες ή ακόμα και σχηματισμοί από κοινότητες ή από επαρχίες ήταν ανίκανες να τα αναλάβουν [55] . Από αυτό πήγαζε η αντικειμενική αναγκαιότητα, ο λειτουργικός ρόλος, μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, η οποία επίσης έκανε δυνατή τη διαρκή και ταχύτατη ανάπτυξη μιας μεγάλης κλίμακας μανιφακτούρας -πολύ πιο νωρίς απ’ ότι στην Ευρώπη [56] αλλά δίχως να δημιουργήσει μια ελεύθερη αστική τάξη, ακόμα και με τη μεσαιωνική έννοια της λέξης. Το κράτος ήταν ιδιαίτερα ισχυρό, επέβαλε πολύ αυστηρά έναν συγκεκριμένο ρυθμό στη συσσώρευση του χρηματικού κεφαλαίου και υπέταξε ολόκληρη τη διανοητική και επιστημονική ζωή στις απαιτήσεις της γεωργίας [57] , άμεσα και σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν επέτρεψε σε καμιά περίπτωση να υπάρξει η δυνατότητα μιας διαδικασίας αντίστοιχης μ’ εκείνη της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου και του σχηματισμού της μοντέρνας βιομηχανίας με το ελεύθερο προλεταριάτο, η οποία συνέβη στη δυτική Ευρώπη.

Είναι απαραίτητο να τονίσουμε ότι η κοινωνία για την οποία γίνεται λόγος εδώ, δηλ. η κοινωνία της Ανατολής, δεν ήταν ολοκληρωτικά «πρωτόγονη», υπό την έννοια ότι σε μια πρωτόγονη κοινωνία δεν υπάρχουν επακριβώς προσδιορισμένες ή συγκροτημένες κοινωνικές τάξεις. Αντίθετα, στις κοινωνίες της Ανατολής, δίπλα στους αγρότες υπάρχουν όχι μόνο δημόσιοι λειτουργοί αλλά επίσης και ιδιοκτήτες γης (παράνομη ιδιοποίηση της κυριότητας της γης) και έμποροι και τραπεζίτες, συχνά παρά πολύ πλούσιοι. Εκείνο, όμως, το οποίο προσδιορίζει την ακριβή θέση αυτών των τάξεων στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, είναι ότι, αντιμέτωπες με την υπερτροφία της κρατικής εξουσίας, δεν μπορούν ποτέ να αποκτήσουν την κοινωνική και πολιτική ισχύ η οποία, σε άλλες χώρες, βοήθησε στην ανάπτυξη, αρχικά, του φεουδαλισμού και στη συνέχεια του μοντέρνου καπιταλισμού. Αυτό ακριβώς είναι και εκείνο το στοιχείο που έρχεται να ερμηνεύσει η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Εδώ πρέπει να απαντήσω σε μια ένσταση που διατυπώθηκε από τον Michael Mauke, ο οποίος αφοσιώθηκε ιδιαίτερα στο να εμβαθύνει στην έννοια της κοινωνικής τάξης στα γραπτά του Marx σε συνδυασμό με μια διατριβή για τους υπαλλήλους γραφείου, την οποία ολοκλήρωνε τη στιγμή του ξαφνικού θανάτου του σε ηλικία τριανταεπτά ετών. Ο Mauke υποστήριξε ότι στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής υπήρχε πράγματι ιδιοποίηση του κοινωνικού υπερπροϊόντος από τα κυρίαρχα στρώματα καθώς και ότι αυτά διατηρούσαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται την πλεονάζουσα εργασία. «Αλλά για όσο χρονικό διάστημα τα δύο αυτά φαινόμενα παρέμεναν ακόμη συνδεδεμένα με την εκπλήρωση λειτουργιών που αφορούσαν το σύνολο της κοινωνίας (γραφειοκρατία, θεοκρατία, κλπ.), για το ίδιο χρονικό διάστημα, οι οποιεσδήποτε καταχρήσεις και ο οποιοσδήποτε  παρασιτισμός που θα μπορούσαν να υπάρξουν, για τον Marx, δεν θα μπορούσαν να θέσουν ζήτημα για τις ‘τάξεις’ αλλά, αντί αυτών, για την κυβέρνηση, την κυριαρχία και τον δεσποτισμό» [58] .

Ο Mauke γενικεύει εδώ -λανθασμένα κατά την άποψή μου- ένα χαρακτηριστικό της άρχουσας τάξης το οποίο στην πραγματικότητα συναντάται μόνο στην καπιταλιστική αστική τάξη, για την οποία η διάκριση ανάμεσα σε «ατομικό συμφέρον» και «κοινωνική λειτουργία» είναι σχεδόν πλήρης [59] . Για όλες τις προκαπιταλιστικές άρχουσες τάξεις, και a fortiori για τις μη άρχουσες τάξεις, όπως οι ανεξάρτητοι τεχνίτες του Μεσαίωνα, αυτός ο ριζικός διαχωρισμός δεν ισχύει. Στο επίπεδο της περιοχής όπου κυριαρχούσε, ο φεουδάρχης-κύριος ή ο ηγούμενος του μοναστηριού εκτελούσε λειτουργίες «χρήσιμες για το σύνολο της κοινωνίας» κατά τον ίδιο τρόπο που αυτό γινόταν από τον γραφέα της αρχαίας Αιγύπτου [60]   ή από τον μανδαρίνο της κλασικής Κίνας [61] . Αυτός επιβλέπει την αποξήρανση των βάλτων, ασχολείται με την κατασκευή και την συντήρηση τάφρων, όπου η γεωγραφική αναγκαιότητα το υπαγορεύει, προστατεύει την ακίνητη περιουσία από επιδρομές ληστών και ούτω καθ’ εξής [62] . Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν τον εμποδίζει από το να ιδιοποιείται το κοινωνικό υπερπροϊόν ως αντάλλαγμα γι’ αυτές του τις «υπηρεσίες» αν και τόσο η προϊστορία όσο και η ιστορία δείχνουν ότι αυτές οι ίδιες λειτουργίες μπορούν να εκπληρωθούν για την εξυπηρέτηση της κοινότητας δίχως να αναπτυχθεί η οικονομική διαφοροποίηση μεταξύ των μελών της.

Υπό αυτή την έννοια είναι δυνατόν να μιλήσουμε για την εμφάνιση μιας άρχουσας τάξης στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής, μιας τάξης η οποία ιδιοποιείται το κοινωνικό υπερπροϊόν. Στον πίνακα των γνωστών στην ιστορία αρχουσών τάξεων, αυτή η κοινωνική τάξη είναι ασφαλώς εκείνη που βρίσκεται πιο κοντά από κάθε άλλη στις πρωτόγονες λειτουργίες των «υπηρετών της κοινότητας» και πιο μακριά από κάθε άλλη από τη σημερινή αστική τάξη. Η οικονομική ιστορία μας δείχνει, επιπλέον, ότι δίπλα σ’ αυτή την άρχουσα τάξη, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής περιλαμβάνει και άλλες κοινωνικές τάξεις, διαφορετικές από εκείνες των αγροτών και των κυρίων. Ιδιαίτερα περιλαμβάνει μια σχετικώς καλά αναπτυγμένη εμπορική τάξη και μια τάξη τεχνιτών της πόλης, οι οποίοι εργάζονται αποκλειστικά στην υπηρεσία των κυρίων [63] , 63a.

Άλλοι συγγραφείς δεν έχουν μέχρι σήμερα διατυπώσει, με συστηματικό τρόπο κάποια κριτική, όπως αυτή που έχω κάνει, στις αντιλήψεις των Godelier, Chesneaux, Suret-Canale και άλλων. Όμως αυτή η κριτική έχει, τουλάχιστον, προταθεί και μερικώς χρησιμοποιηθεί σ’ έναν αριθμό μελετών.

Έτσι, στην εισαγωγή του στην αγγλική μετάφραση του κειμένου «Formen, die der kapitalistischen Produktion vorhergehn»ο Eric Hobsbawm, προσεκτικά, αποφεύγει κάθε μηχανιστική ερμηνεία του ευρύτερα γνωστού σχήματος των «τεσσάρων κύριων κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών» (ασιατική κοινωνία, δουλοκτητική κοινωνία, φεουδαλισμός, καπιταλισμός) το οποίο ο Marx παραθέτει στην Εισαγωγήτου έργου του Zur Kritik der politischen Oekonomie, με το να περιγράψει αυτούς τους σχηματισμούς ως «αναλυτικά, αν και όχι χρονολογικά στάδια» [64] . Όμως, λίγες σελίδες νωρίτερα, υποστηρίζει την ιδέα του Godelier ότι «το ασιατικό σύστημα είναι γι’ αυτό όχι ακόμα μια ταξική κοινωνία, ή αν είναι ταξική κοινωνία, τότε είναι η πιο πρωτόγονη» [65] . Οι δύο αυτές παρατηρήσεις αντιβαίνουν καθαρά η μια στην άλλη. Αν η ακολουθία δεν είναι χρονολογική, αν ο ασιατικός τρόπος παραγωγής δεν τοποθετείται αναγκαστικά κατά τη χρονική περίοδο πριν από τη δουλοκτητική κοινωνία (ή ακόμα την φεουδαλική κοινωνία), πώς μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι δεν είναι ταξική κοινωνία, ή ακόμη περισσότερο ότι είναι μια κοινωνία με στοιχειώδεις τάξεις;

Ο Maxime Rodinson, αν και τείνει, λανθασμένα κατά την άποψή μου, να συρρικνώσει το περιεχόμενο της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής, ειδικά καθώς θεωρεί πιο αναπτυγμένες, κοινωνίες όπως η Ινδία και η Κίνα [66] , ωστόσο ασκεί με συνέπεια κριτική στις απόψεις του Godelier όταν κάνει το εξής σχόλιο στο απόσπασμα από τα Grundrisseτο οποίο συζητάμε: «Ουσιαστικά, ο Marx μελετά την προ-καπιταλιστική ανάπτυξη σε σχέση με τον καπιταλισμό. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η εμφάνιση σε προγενέστερους σχηματισμούς των συνθηκών οι οποίες καθιστούσαν ενδεχόμενη την ανάδυση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας. Η προ-καπιταλιστική ιστορία δεν είναι, όπως ισχυρίζεται η χυδαία μαρξιστική οπτική, μια διαδοχή από παγκόσμια στάδια, από οικονομικοκοινωνικούς σχηματισμούς που διέπονται από άκαμπτους νόμους, οι οποίοι τους κατευθύνουν αναπότρεπτα στον καπιταλισμό και μετά απ’ αυτόν στον σοσιαλισμό. .. Η προ-καπιταλιστική ιστορία αρχίζει από μια πρωτόγονη κοινότητα, η οποία έχει μια δομή επιβεβλημένη ουσιαστικά από τις συνθήκες ύπαρξης της ανθρωπότητας κατά την αρχαιότητα. Παρ’ όλα αυτά, η δομή αυτή παρουσιάζει μια ποικιλία από τύπους. Μερικοί από αυτούς τους τύπους έχουν μια εξελικτική τάση μέσα στην ίδια τους τη δομή εξαιτίας των εσωτερικών τους αντιφάσεων. Κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης, εδώ και χιλιάδες χρόνια, έχουν παραχθεί φαινόμενα τα οποία, συμπίπτοντας σ’ ένα δεδομένο χώρο (Ευρώπη), σ’ έναν δεδομένο χρόνο (16ος αιώνας), σε μια δεδομένη συγκυρία, φέρνουν στο προσκήνιο την καπιταλιστική κοινωνία. Ανάμεσα στο σημείο αφετηρίας και στο σημείο άφιξης, υπάρχουν άλλα φαινόμενα όπως η δουλεία και η δουλοπαροικία, ιδιαίτεροι τρόποι παραγωγής [67] (κι όχι οικονομικοκοινωνικοί σχηματισμοί με την αυστηρή έννοια), στους οποίους, εδώ κι εκεί, κοινωνικοοικονομικές σχέσεις κυριαρχίας είναι αποκρυσταλλωμένες» [68] .

Ο αξιοσημείωτος πρόλογος που γράφτηκε από τον Pierre Vidal-Naquet για τη γαλλική έκδοση του βιβλίουOriental Despotism του Wittfogel πρέπει να αναφερθεί εδώ. Ο Vidal-Naquet αποδέχεται, γενικά μιλώντας, την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής καθώς ασχολήθηκε με χώρες στις οποίες ο ίδιος ο Marx εφάρμοσε αυτή την έννοια, ενώ την ίδια στιγμή επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στις αδυναμίες και τις υπερβολές του βιβλίου του Wittgogel και επιμένει στο γεγονός ότι «μια γεωργία η οποία απαιτεί τα μεγάλης κλίμακας δημόσια έργα ν’ αναλαμβάνονται από την κοινότητα ως σύνολο. .. είναι από μόνη της ικανή να αναπτύξει αυτόν τον τύπο κοινωνίας» [69] .

Τέλος, πρέπει να αναφερθώ σ’ ένα αδημοσίευτο κείμενο του Guy Dhuquois, λέκτορα στο Πανεπιστήμιο του Αλγερίου, το οποίο οσυγγραφέας ευγενικά μου έστειλε [70] . Ο συγγραφέας διατυπώνει επικρίσεις παρόμοιες με εκείνες που έχω διατυπώσει αναφορικά με τις θέσεις των Godelier, Chesneaux και Suret-Canale. Όπως ο Maxime Rodinson, έτσι και ο Dhuquois γυρίζει πίσω στον αρχικό σκοπό του Marx, ο οποίος ήταν να αντιπαρατεθεί η γραμμή εξέλιξης που ακολουθήθηκε στην Ευρώπη με εκείνη που προέκυψε ως αποτέλεσμα του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Σωστά δίνει έμφαση, σε σχέση μ’ αυτό, στη «συνοχή και την ιδιαίτερα αξιοσημείωτη τάση  για σταθερότητα και ‘παλιγγενεσία’ (αναγέννηση)», οι οποίες είναι χαρακτηριστικές αυτού του τρόπου παραγωγής. «Το εμπόριο καμιά φορά δημιουργεί την απαρχή του καπιταλισμού [θα ήταν πιο σωστό να λεχθεί, «της συσσώρευσης του κεφαλαίου», Ε.Μ.] αλλά κάτι τέτοιο είναι προορισμένο να ικανοποιεί τις ανάγκες των αριστοκρατών και των ηγεμόνων, οι οποίοι ελέγχουν το υπερπροϊόν. .. Οι πόλεις εμφανίζονται ως παρασιτικές διογκώσεις, οι οποίες ζουν εις βάρος του αγροτικού κόσμου και δεν δίνουν σ’ αυτόν σχεδόν τίποτα ως αντάλλαγμα. Οι πόλεις τέτοιου είδους παρέχουν μόνο μια περιορισμένη βάση για την ανάπτυξη του αστικού εμπορίου και της βιοτεχνικής παραγωγής. Ο επιχειρηματίας εργάζεται, πάνω απ’ όλα, προς όφελος του «δεσπότη». Ο έμπορος και ο επιχειρηματίας βρίσκονται σε μια θέση η οποία είναι δυσμενής, από πολλές απόψεις -οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική-, για την ανάπτυξη μιας ιδιωτικής πρωτοβουλίας νέου τύπου. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές δομές παρέχουν σ’ αυτούς τη δυνατότητα ν’ αποκτήσουν δικαιώματα πάνω στη γη ή να εισάγουν τους γιους τους σε μια πολιτική υπηρεσία. Τελικά, το κράτος, το οποίο διευθύνει το σύνολο της οικονομικής ζωής, μεσολαβεί προκειμένου να επιβλέπει τις δραστηριότητές τους. Βλέπουμε ότι το κυρίαρχο μοντέλο συνεχώς απορροφά αυτές τις περιθωριακές δραστηριότητες» [71] .

Ο Dhuquois επισημαίνει την ίδια στιγμή ότι, εξαιτίας αυτού του κριτηρίου, θα ήταν λάθος να εφαρμόσουμε την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής σε κοινωνίες όπως η Ύστερη Ρωμαϊκή ή η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Σε περιπτώσεις όπως οι προηγούμενες, η αναλογία δεν θα μπορούσε να ισχύει «διότι, σε συνδυασμό με τη σημασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η οποία, με τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης, είχε θέσει σε κίνηση τη διαδικασία έναρξης της φεουδαλοποίησης, η οικονομική κυριαρχία του κράτους μοιάζει δεσποτική όσον αφορά τις τεχνικές ανάγκες» [72] . Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο αυτή η μορφή κυριαρχίας δεν διήρκεσε πολύ και οδήγησε σε μια συνεχή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και τελικά στην κατάρρευση του κράτους, χωρίς όλα αυτά να ακολουθηθούν από μια αναβίωση η οποία ήταν τόσο χαρακτηριστική για χώρες όπως η Ινδία ή η Κίνα. Στην περίπτωση του Βυζαντίου, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία «υφίστατο μια εξέλιξη η οποία πράγματι φαίνεται ότι οδηγούσε αναπόφευκτα προς ένα ιδιόμορφο είδος φεουδαλισμού, το οποίο τελικά κυριάρχησε σ’ αυτή την περίπτωση, ενώ, σύμφωνα με τον δικό μας ορισμό, στον ασιατικό τρόπο παραγωγής ήταν φυσιολογικό για το κράτος να ανακάμψει. .. με τον παραδοσιακό του ρόλο» [73] .

Πάντως, η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής δεν έχει ζήσει μόνο την εμπειρία μιας ευτυχούς αναβίωσης τα τελευταία χρόνια. Έχει επίσης υποστεί επικρίσεις, πιο σοβαρές, πράγματι, από εκείνες οι οποίες διατυπώθηκαν από τους δογματικούς «μαρξιστές» στις μέρες του Στάλιν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του E.R. Leach, του οποίου η μελέτη για την Κεϋλάνη, που εκδόθηκε το 1959, αποτελούσε επίσης ένα δυσμενές σχόλιο στο βιβλίο του Wittfogel [74] .

Η κριτική του Leach, βάσιμη για όσο επιτίθεται στις περίεργες διατυπώσεις -«δογματισμό από άλλο δρόμο» τις χαρακτηρίζει- του Wittfogel στα 1958, είναι πολύ λιγότερο βάσιμη όταν εξετασθεί υπό το φως των ιδεών του Marx και του Engels για το ζήτημα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, αλλά και από τη σκοπιά των ιδεών του Wittfogel στα 1931. Αναμφίβολα, στοιχεία «φεουδαλισμού» (αυτό σημαίνει, την ύπαρξη, de facto αν όχι de jure, μεγάλης κλίμακας έγγειας ιδιοκτησίας, η οποία καλλιεργείται με τη χρήση εργατικής δύναμης ή με τον εξαναγκασμό των αγροτών-χωρικών σε πληρωμή ενοικίου) υπάρχουν στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Σύμφωνα με την περιγραφή του Leach, αυτά τα στοιχεία φαίνεται ότι υπήρξαν πιο σημαντικά στην Κεϋλάνη απ’ ότι στην Ινδία ή την Κίνα. Ωστόσο, υπήρχαν και στην Κίνα και ο Wittfogel, στο έργο του Wirtschaft und Gesellschaft Chinas, τα πήρε πλήρως υπόψην του. Η ύπαρξη του γενικότερου πλαισίου του ασιατικού τρόπου παραγωγής ήταν ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο αυτή η «φεουδαλική τάξη» δεν έγινε  ποτέ η άρχουσα τάξη. Τα βήματα προόδου που έκανε θεωρούνταν πάντοτε καταπατήσεις της δύναμης του κράτους και των δικαιωμάτων των αγροτών, και όταν αυτές οι καταπατήσεις πήγαν πολύ μακρυά, προκάλεσαν, περιοδικά, οικονομική και πολιτική κρίση, η οποία συνήθως τερματιζόταν με την ανατροπή της βασιλεύουσας δυναστείας, μέσω ενός πολέμου χωρικών, και την εμφάνιση μιας νέας δυναστείας η οποία οδηγούσε τους γαιοκτήμονες στο χείλος του γκρεμού [75] .

Επιπλέον, είναι πιθανόν, όπως ο Leach προτείνει στη μελέτη του, το αρχαίο αρδευτικό σύστημα της Κεϋλάνης να μην ήταν στην πραγματικότητα τόσο εντυπωσιακό όσο φαίνεται σήμερα, κρινόμενο από το μέγεθος των ερειπίων του. Ο Leach υποστηρίζει ότι ήταν κατασκευασμένο με προσθήκες που γίνονταν προοδευτικά. Η κάθε γενιά συνεισέφερε έναν συγκεκριμένο αριθμό από κανάλια και δεξαμενές χρησιμοποιώντας τεχνικές εργασίας βασισμένες στην αποκέντρωση(συντονισμένες στο επίπεδο του χωριού). Στην περίπτωση αυτή, όμως, το συμπέρασμα του Leach δεν διαψεύδει, στην πραγματικότητα, τη θέση περί ασιατικού τρόπου παραγωγής. Το συμπέρασμα αυτό συνδέει την εμφάνιση ενός υπερτροφικού δεσποτικού κράτους μόνο με την ανάγκη για υδραυλικά έργα μεγάλης κλίμακας. Από τη στιγμή που τα έργα αυτά  διεκπεραιώνονται στα ουσιώδη μέρη τους στο επίπεδο του χωριού -όπως με το σύστημα των qanats στο Ιράν-  ο δεσποτισμόςδεν προκύπτει αναγκαία. [76] , [77]

Υπάρχουν επίσης και άλλα αποσπάσματα στα Grundrisse όπου ο Marx συζητά αυτή τη συγκεκριμένη διαφορά ανάμεσα σε μια κοινωνία βασισμένη στην παραγωγή αξιών χρήσης -αυτό σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, βασισμένη στη γεωργία (είτε στον ασιατικό τρόπο παραγωγής είτε, κατά την αρχαιότητα, στον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής ή ακόμα και στον «καθαρό» φεουδαλισμό)- και σε μια κοινωνία βασισμένη στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών, στην εμπορευματική παραγωγή. Η εμφάνιση του εμπορικού κεφαλαίου (το οποίο αγοράζει με σκοπό να πουλήσει) «μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε λαούς για τους οποίους η ανταλλακτική αξία δεν έχει γίνει ολοκληρωτικά όρος της παραγωγής. Η κίνηση ιδιοποιείται μόνο το πλεόνασμα της παραγωγής τους, η οποία προορίζεται για άμεση κατανάλωση και λαμβάνει χώρα μόνο μέσα στα όριά τους (δηλ. περιθωριακά). Ακριβώς όπως οι Εβραίοι [έκαναν] μέσα στην παλιά πολωνική κοινωνία ή όπως γενικότερα κατά το Μεσαίωνα, λαοί στο σύνολό τους εμπορικοί, όπως στην αρχαιότητα και αργότερα οι Λομβαρδοί, μπορούν να καταλάβουν αυτή τη θέση του ενδιάμεσου ανάμεσα σε λαούς των οποίων ο τρόπος παραγωγής δεν περιλαμβάνει ακόμα την ανταλλακτική αξία ως θεμελιώδη του συνθήκη» [78] .

Και ξανά: «Το χρήμα ως περιουσία των εμπόρων, όπως αυτό εμφανίζεται στις πιο διαφορετικές μορφές κοινωνίας και στα πιο διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, είναι μόνο η κίνηση ενός ενδιαμέσου μεταξύ των άκρων στα οποία αυτό δεν μπορεί να κυριαρχήσει και μεταξύ καταστάσεων τις οποίες αυτό δεν μπορεί να δημιουργήσει. .. Η πλειοψηφία των εμπορικών λαών ή των ανεξάρτητων και καλά αναπτυγμένων εμπορικών πόλεων ασκούν το διαμετακομιστικό εμπόριο, το οποίο είναι βασισμένο στη βαρβαρότητα των ανθρώπων που παράγουν, ανάμεσα στους οποίους όλοι οι παραπάνω παίζουν το ρόλο του χρήματος [του ενδιαμέσου]. Στα πρώτα στάδια της αστικής κοινωνίας το εμπόριο κυριαρχεί στη βιομηχανία. Όμως στη σύγχρονη κοινωνία συμβαίνει το αντίθετο. Το εμπόριο θα επενεργήσει φανερά και σε μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση στις κοινότητες ανάμεσα στις οποίες αναπτύσσεται. Θα υποτάξει την παραγωγή περισσότερο ή λιγότερο στην ανταλλακτική αξία, θα ωθήσει την άμεση αξία χρήσης όλο και πιο πολύ στο παρασκήνιο, σε τέτοια αναλογία που κάνει την επιβίωση να εξαρτάται περισσότερο από την πώληση παρά από την άμεση χρησιμοποίηση του προϊόντος. Κάτι τέτοιο αποσυνθέτει σχέσεις διαμορφωμένες από παλιά. Κάτι τέτοιο, ως αποτέλεσμα, αυξάνει την κυκλοφορία του χρήματος. Κάτι τέτοιο, πρώτα απ’ όλα, αρπάζει τον έλεγχο του πλεονάσματος της παραγωγής και στη συνέχεια όλο και περισσότερο αναλαμβάνει από μόνο του τον έλεγχο της παραγωγής. Αλλά η αποσυνθετική του δράση εξαρτάται σ’ ένα μεγάλο βαθμό από τη φύση των παραγωγικών κοινοτήτων ανάμεσα στις οποίες [το εμπόριο] αναπτύσσεται. Έτσι, μια τέτοια εξέλιξη ελάχιστα μόνο ενόχλησε τις αρχαίες κοινότητες της Ινδίας ή τις ασιατικές συνθήκες γενικά» [79] .

Το απόσπασμα αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι στα 1857-58 ο Marx είχε διατηρήσει την άποψη που είχε διατυπώσει στα 1853 αναφορικά με την αντίσταση την οποία ο ασιατικός τρόπος παραγωγής αντέταξε στο αποσυνθετικό αποτέλεσμα της ανταλλαγής. Το απόσπασμα αυτό τονίζει επίσης ότι, για τον Marx, η συνολική βαθμιαία εξέλιξη των τρόπων παραγωγής είναι βασισμένη σε μια διαλεκτική του κοινωνικού υπερπροϊόντος (το πλεόνασμα), το οποίο συνιστά απλά μια διαλεκτική ανάμεσα στον «αναγκαίο χρόνο» και το «πλεόνασμα εργασίας», όπως έχουμε ήδη δει [80] .

Απομένει να τοποθετήσουμε όλες αυτές τις μελέτες του ασιατικού τρόπου παραγωγής μέσα στο συγκεκριμένο τους πλαίσιο, που πάει να πεί, στην ανάλυση των ιστορικών συνθηκών -στην πιο αφηρημένη τους έννοια- εμφάνισης του κεφαλαίου και του καπιταλισμού, που έκανε ο Marx. Ο αναγνώστης θα έχει ήδη καταλάβει ότι ακολουθώντας τη διαλεκτική μέθοδο την οποία χαίρεται να χρησιμοποιεί στα Grundrisse, ο Marx αφιερώνει χρόνο στις «προ-καπιταλιστικές μορφές της παραγωγής» μόνο με σκοπό να αποδείξει, εκ του αντιθέτου, τους παράγοντες οι οποίοι στην Ευρώπη έχουν οδηγήσει, με τρόπο θετικό, στην άνθηση του κεφαλαίου και του καπιταλισμού.

Ο Marx τονίζει, πρώτ’ απ’  όλα, σε σχέση μ’ αυτό, την ανάγκη να γίνει η εργασία πραγματικά «ελεύθερη». Αυτό όχι μόνο με τη νομική έννοια αλλά επίσης και ιδιαιτέρως με την οικονομική έννοια, που σημαίνει, ελεύθερη από κάθε δεσμό με τα μέσα της ύπαρξης ή με τα μέσα της εργασίας. «Αυτό σημαίνει πάνω απ’ όλα ότι ο εργάτης πρέπει να διαχωρισθεί από τη γη, η οποία λειτουργεί ως το φυσικό του εργαστήριο. Αυτό σημαίνει τη διάλυση αμφοτέρων, της ελεύθερης μικρής έγγειας ιδιοκτησίας καθώς και της κοινοτικής ιδιοκτησίας της γης, η οποία βασιζόταν στην κοινότητα της Ανατολής» [81] . Αυτή είναι μια ιδέα η οποία επανέρχεται σε πολλά σημεία στα Grundrisse και η οποία χρησιμοποιείται συγκεκριμένα στην ανάλυση των προϋποθέσεων της αποικιοποίησης, μια ανάλυση η οποία επρόκειτο να επεκταθεί στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι αδύνατη για όσο καιρό υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σε (σχετικά) άφθονη γη [82] . Αυτό το αξίωμα, που καθιερώθηκε από τον Marx, έχει σκληρά επιβεβαιωθεί στην τραγική μοίρα που επιβλήθηκε στους λαούς της Ζιμπάμπουε και της Νότιας Αφρικής, οι οποίοι είχαν αποκοπεί από τα πατρικά τους εδάφη και συγκεντρώθηκαν σε «παραχωρημένες εκτάσεις» («reservations») με σκοπό να τους ασκηθεί οικονομική πίεση έτσι ώστε να υποχρεωθούν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στο κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει, επιπλέον, τον διαχωρισμό του παραγωγού από τα παραδοσιακά μέσα εργασίας του (για παράδειγμα, η περίπτωση των ανεξάρτητων τεχνιτών) και από το καταναλωτικό απόθεμα (κεφάλαιο, χρηματικοί πόροι) το οποίο κατείχε πριν ακόμα αρχίσει να παράγει [83] .

Αλλά ο Marx δείχνει επίσης την άλλη πλευρά του νομίσματος: στις πρωτόγονες κοινότητες ο άνθρωπος είναι στενά συνδεδεμένος με τις φυσικές συνθήκες της ύπαρξής του καθώς και με την κοινότητα «της οποίας ιδιοκτησία είναι και αυτός ο ίδιος μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο» [84] . Το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν επιτρέπει κανενός άλλου είδους κοινωνική οργάνωση. Κάτι τέτοιο μπορεί να προκύψει μόνο εάν αυτό το επίπεδο ανάπτυξης υπερβαίνει το στάδιο της πρωτόγονης κοινότητας, αν οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να κάνουν το προϊόν του ανθρώπου κάτι πολύ περισσότερο από το προϊόν της φύσης, [85] που σημαίνει ότι το άτομο διαχωρίζει τον εαυτό του από τις πρωτόγονες κοινότητες: «… ο άνθρωπος εξατομικεύεται μόνο μέσα από την πορεία της Ιστορίας» [86] . Η ανταλλαγή είναι ένα από τα κύρια μέσα αυτής της εξατομίκευσης. Την ίδια στιγμή η εξατομίκευση επιφέρει την αποξένωση του ανθρώπου αλλά επίσης δημιουργεί τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για την πλήρη άνθησή του ως ατόμου, με όλη «την συνολικότητα των αναγκών, των ταλέντων, των απολαύσεων, των παραγωγικών δυνάμεων κλπ. των ατόμων. …» [87] , η οποία είναι απούσα στις πρωτόγονες κοινότητες και καταπιεσμένη στην αστική κοινωνία.

Έτσι βλέπουμε πόσο άδικη είναι η μομφή που συχνά διατυπώνεται εναντίον του Marx, σύμφωνα με την οποία υποστηρίζεται ότι επιδίωξε να επιτύχει την πλήρη ολοκλήρωση του ατόμου μέσα στην κοινότητα και η κοινωνικοποίηση που επιθυμούσε, λέγεται, ότι ισοδυναμούσε με την πλήρη ταύτιση του ατόμου με την κοινωνία [88] . Το αντίθετο είναι αλήθεια. Εάν ο Marx προσέδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, εάν ήταν ως ένα βαθμό «ερωτευμένος με την τεχνική πρόοδο» -χωρίς ποτέ να υποτιμάει τους κινδύνους του κατακερματισμού του ανθρώπου και της αποξένωσης από την εργασία, που προκύπτουν από αυτή- ο λόγος είναι ακριβώς διότι κατάλαβε πως μόνο αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να δημιουργήσει τις απαραίτητες συνθήκες για μια ακόμα μεγαλύτερη εξατομίκευση του ανθρώπου, η οποία θα επιτευχθεί τελικά στη σοσιαλιστική κοινωνία [89] .

1.Οι δύο επιστολές, μαζί με την απάντηση του Marx στον Engels της 14ης Ιουλίου 1853, βρίσκονται σταMEGA, III, 1, σσ. 474-477, 478-482, 483-487. Το άρθρο της 10ης Ιουνίου δημοσιεύτηκε στη New York Daily Tribune στις 25 Ιουνίου. [Αποσπάσματα των επιστολών αυτών παρουσιάζονται σε ελληνική μετάφραση στο Fr. Engels – K. Marx, Αλληλογραφία 1844-1860, μτφ. Λευτέρης Αποστόλου, εκδ. Μπάϋρον, Αθήνα 1986 (α΄ έκδοση 1975 και β΄ έκδοση 1986), σσ. 122-123, 124-126 και 127-129 (ΣτΜ).]

2. O Marx, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 1851 έως το Μάρτιο του 1862, συνεργάστηκε με την αμερικανική εφημερίδα New York Daily Tribune. Εργαζόταν κυρίως για λόγους βιοποριστικούς αλλά παράλληλα προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα επηρεασμού της κοινής γνώμης που του δινόταν μέσα από τις στήλες της εφημερίδας. Έτσι ο Marx σχολίαζε όλα τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου που συγκέντρωναν το ενδιαφέρον του: το απεργιακό κίνημα στη Βρετανία, τις κινητοποιήσεις ενάντια στο καθεστώς της Δεύτερης Αυτοκρατορίας στη Γαλλία, την επανάσταση του 1854-56 στην Ισπανία, τη λαϊκή εξέγερση των ετών 1857-59 στην Ινδία, την εξέγερση των Taiping στην Κίνα. Στα άρθρα του για την Ινδία, την Ιρλανδία, το Ιράν και την Κίνα βρίσκουμε πολλές από τις βασικές ιδέες των Grundrisseσχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής (ΣτΜ).

3.Γύρω στα 1856-57, οι επί σειρά ετών οικονομικές έρευνες του Marx είχαν προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε ήταν σε θέση να αρχίσει την ταξινόμηση και συστηματοποίηση του συγκεντρωμένου υλικού καθώς και τη γενίκευση των διαπιστώσεών του. Από τον Αύγουστο του 1857 έως τον Ιούλιο του 1858 επεξεργάστηκε το κείμενο εκείνο που αποτελούσε το σχέδιο για το μελλοντικό Κεφάλαιο. Στόχος του Marx ήταν να προχωρήσει στη συγγραφή μιας μεγάλης εργασίας οικονομικού χαρακτήρα η οποία θα συμπεριελάμβανε την συστηματική εκ μέρους του κριτική της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων καθώς και των βασικών θέσεων της αστικής πολιτικής οικονομίας. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1857 έκανε το πρώτο σχέδιο του έργου του και άρχισε να παρουσιάζει τα βασικά σημεία του σε επιστολές που έστειλε εκείνη την εποχή στον Engels και άλλους (πρβλ. MEW 29, σ. 312- 318, 550-551 και 572-573) καθώς και στο ημιτελές σχέδιο μιας «γενικής εισαγωγής» σ’  αυτό το έργο (βλ. ΜΕW 13, σ. 615-642). Στο ογκώδες αυτό χειρόγραφο που συνέταξε στα 1857-58, ο Marx έδωσε τον τίτλο Grundrisse der Kritik der politischen Oekonomie(Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας). Οι έρευνές του κατά το επόμενο διάστημα τον οδήγησαν σε επανειλημμένες αλλαγές του αρχικού σχεδίου. (Ζητήματα που σχετίζονται με την πορεία εξέλιξης της σκέψης του Marx κατά τη συγκεκριμένη περίοδο θίγονται στο, Michael Heinrich, (μτφ. Δ.Δημούλης), «Ο Χέγκελ, τα «Grundrisse» και το «Κεφάλαιο». Συγκρότηση, αντικείμενο και μέθοδος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας», Θέσεις, τχ. 51, Απρίλιος – Ιούνιος σσ. 71-91.) Έτσι προέκυψαν τα έργα Zur Kritik der politischen Oekonomie(η απόδοση του τίτλου στα ελληνικά συναντάται είτε ως Κριτική της Πολιτικής Οικονομίαςείτε ως Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας), 1859 και Das Kapital(Το Κεφάλαιο), 1ο βιβλίο 1867, 2ο και 3ο βιβλίο (εκδόθηκαν μετά τον θάνατο του Marx, από τον Engels) 1885 και 1895 αντίστοιχα (ΣτΜ).

4. Το χειρόγραφο με τίτλο Grundrisseder Kritik der politischen Oekonomie (1857-58) ανήκει σ’ εκείνη τη μεγάλη ομάδα κειμένων του Marx και του Engels που όχι μόνο δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής των συγγραφέων τους, αλλά και έγιναν διαθέσιμα στη μελέτη και την έρευνα πολλά χρόνια αργότερα, από το 1930 περίπου και μετά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα Grundrisseκαθώς δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι εντάσσονται στη νεότητα του Marx (όπως τα Οικονομικά – Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844), αλλά αντίθετα ανήκουν στη φάση της ωριμότητάς του. Είναι το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας εντατικών μελετών στην Αγγλία και αντιπροσωπεύουν καθαρά εκείνες τις αναζητήσεις  της σκέψης του Marx που προηγούνται άμεσα του σχεδιάσματος  του Κεφαλαίου κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1860. Άλλωστε τα Grundrisse αποτέλεσαν ουσιαστικά την προεργασία για την κατοπινή σύνταξη του Κεφαλαίου.

Όσον αφορά το ζήτημα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εκείνο το πολυσέλιδο απόσπασμα των Grundrisse που έχει τίτλο «Formen, die der Kapitalistischen Produktion vorhergehn (uεber den Prozess der Bildung des Kapitalverhaeltnisses oder der Urspruεnglichen Akkumulation vorhergeht» [«Moρφές που προηγούνται της καπιταλιστικής παραγωγής (σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται του σχηματισμού της κεφαλαιακής σχέσης, ή της πρωταρχικής συσσώρευσης)»]. Στο κείμενο αυτό ο Marx επιχειρεί να μελετήσει το πρόβλημα της προκαπιταλιστικής ιστορικής εξέλιξης και να εντοπίσει ποιοι ήταν εκείνοι οι παράγοντες που σε άλλες περιοχές του κόσμου εμπόδισαν την καπιταλιστική ανάπτυξη ενώ σε άλλες ευνόησαν μια τέτοια διαδικασία. Το κείμενο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς δεν αντιπροσωπεύει μονάχα «το αποτέλεσμα δεκαπέντε χρόνων έρευνας που σημαίνει τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου», όπως έγραφε ο ίδιος ο Marx στον Lassale στις 12 Νοεμβρίου 1858. Δεν δείχνει μονάχα τον Marx σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές των αναζητήσεών του αλλά είναι επίσης, κατά πολλούς τρόπους, μια από τις πιο συστηματικές του προσπάθειες να μελετήσει το πρόβλημα της ιστορικής εξέλιξης (ΣτΜ).

5.Grundrisse, σσ. 375-413. Ελληνική έκδοση, Καρλ Μαρξ, Βασικές Αρχές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990, τ. Β΄, σσ. 358-388. (Στα αγγλικά ως Pre-Capitalist Economic Formations, επιμέλεια Eric J. Hobsbawm).

6.Περιορισμένα σε έκταση αποσπάσματα από το αρχικό χειρόγραφο των Grundrisse δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1903 στο θεωρητικό περιοδικό του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Die Neue Zeit. Ουσιαστικά όμως το πλήρες χειρόγραφο που είχε ετοιμάσει ο Marx στα 1857-58 εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939-1941 από το Ινστιτούτο Μαρξισμού – Λενινισμού της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ στα γερμανικά, δηλαδή στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ο χρόνος και ο τόπος δημοσίευσης είχαν ως αποτέλεσμα το έργο να μείνει ουσιαστικά άγνωστο και για τα επόμενα χρόνια. Μόνο στα 1952 δημοσιεύτηκε στο Βερολίνο, με τη μορφή φυλλαδίου, το απόσπασμα από τα Grundrisse που είχε τίτλο Formen, die der kapitalistischen Produktion vorhergehn (Μορφές που προηγούνται της καπιταλιστικής παραγωγής). Το απόσπασμα αυτό, αν και οργανικά ενταγμένο στο υπόλοιπο μαρξικό χειρόγραφο των ετών 1857-58, ακολούθησε μια ξεχωριστή πορεία και γνώρισε μια σειρά εκδόσεις σε διάφορες γλώσσες ως κείμενο αυτοτελές. [Ανάμεσα σ’ αυτές ξεχωρίζει η αγγλική έκδοση του 1964, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τη μετάφραση κειμένων του Marx και του Engels που αναφέρονται σε προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής αλλά και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εισαγωγή του επιμελητή της έκδοσης, γνωστού ιστορικού Eric Hobsbawm. Στην έκδοση αυτή παραπέμπει, στη συνέχεια, αρκετές φορές ο Mandel. Το μαρξικό κείμενο κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το 1983 ως Karl Marx, Προκαπιταλιστικοί οικονομικοί σχηματισμοί, εισαγωγή E. J. Hobsbawm, μτφ. Θ. Καλοπίσης, εκδ. Κάλβος. Ωστόσο αυτή η ελληνική έκδοση, που βασίστηκε στην αγγλική του 1964, παρουσιάζει σημαντικά μεταφραστικά προβλήματα (στΜ).]

Το πλήρες κείμενο των Grundrisse  δεν δημοσιεύτηκε παρά τον επόμενο χρόνο, στα 1953, και πάλι στο Βερολίνο. Αυτή η γερμανική έκδοση του 1953 ήταν ουσιαστικά η πρώτη έκδοση των Grundrisse που έγινε προσπελάσιμη σε ευρύτερο κοινό. [Το πλήρες κείμενο των Grundrisse δημοσιεύτηκε στα ελληνικά  ως Karl Marx, Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857-1858 (Παράρτημα από τα οικονομικά χειρόγραφα 1850-1861), τόμοι Α΄,  Β΄, Γ΄, πρόλογος –  μετάφραση –  σημειώσεις Διονύσης Διβάρης, πρόλογος στην πρώτη έκδοση Ινστιτούτο Μάρξ – Ένγκελς – Λένιν, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990. Για το απόσπασμα με τίτλο «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή»   βλ. τόμος Β΄, σελ. 358-389. Επίσης αποσπάσματα από το κείμενο των Grundrisse που αναφέρονται στις προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής δημοσιεύτηκαν και στο, Κάρλ Μάρξ, Για το κράτος, επιμέλεια – επιλογή κειμένων Γ. Μηλιός, μετάφραση Τ. Κυπριανίδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1989, ειδικότερα σσ. 283-306 (ΣτΜ).]

Με δεδομένη τη σημασία των Grundrisse, «η παραμέλησή τους προκαλεί μεγάλη έκπληξη», όπως σημειώνει και ο Eric Hobsbawm στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του 1964. Ο Ηοbsbawm, πολύ κομψά είν’  η αλήθεια, αποδίδει την καθυστερημένη δημοσίευση του κειμένου σε λόγους που έχουν να κάνουν με το «ιδίωμα της σκέψης του Μάρξ»  καθώς και με το ότι «είναι επίσης γραμμένα σ’  ένα είδος ιδιωτικής διανοητικής στενογραφίας που καμιά φορά είναι αδιαπέραστη, με τη μορφή ακατέργαστων σημειώσεων σκόρπιων εδώ και εκεί, οι οποίες, όσο ξεκάθαρες κι αν είχαν υπάρξει για τον Μάρξ, συχνά είναι για μας ασαφείς». Ωστόσο καθόλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κυριαρχία, μέχρι μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, του σταλινισμού και η οικοδόμηση απ’  αυτόν των γνωστών άκαμπτων σχημάτων ιστορικής εξέλιξης του σοβιετικού μαρξισμού (πρωτόγονος κομμουνισμός, δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός, σοσιαλισμός) όχι μόνο δεν ευνοούσαν αλλά και εμπόδιζαν τη δημοσίευση κειμένων όπως τα Grundrisse. Aνεξάρτητα πάντως από τους λόγους που καθυστέρησαν τη δημοσίευση των Grundrisse, δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την παρατήρηση του E. Hobsbawm ότι «μπορούμε να πούμε, χωρίς δισταγμό, πως οποιαδήποτε μαρξιστική συζήτηση που δεν θα λάβαινε υπόψη της το κείμενο αυτό -δηλ. στην ουσία κάθε συζήτηση πριν το 1941 και δυστυχώς πολλές από αυτές μετά το 1941- πρέπει να αναθεωρηθεί κάτω από το φως αυτού του έργου».

7.Ο Μaurice Godelier έχει συγκεντρώσει μια προσωρινή βιβλιογραφία των κειμένων του Marx και του Engels που αφορούν τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, αλλά αυτή δεν περιλαμβάνει το έργο Θεωρίες για την Υπεραξίακαθώς και αποσπάσματα από τα Grundrisse, εκτός από το κείμενο Προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής (το οποίο περιλαμβάνει ο Godelier στη βιβλιογραφία, ΣτΜ). (Βλέπε La Pensee, Απρίλιος 1964, σσ. 56-66).

8.Φαίνεται ότι το ζήτημα της δομής και της λειτουργίας των πρωτόγονων κοινωνιών απασχόλησε την ίδια εποχή τόσο τους Marx και Engels όσο και τον αμερικανό εθνολόγο και αρχαιολόγο Lewis H. Morgan. Ο Μarx και ο Engels πρώτοι έθεσαν το ζήτημα της αρχαίας κοινωνίας στο κοινό τους χειρόγραφο με τίτλο Die deutsche Ideologie(Η γερμανική Ιδεολογία) το οποίο γράφτηκε στα 1845-46 (αλλά εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Marx). Τον επόμενο ακριβώς χρόνο ο Morgan άρχισε να δημοσιεύει άρθρα που επρόκειτο να αποτελέσουν την πρώτη του μονογραφία, που εκδόθηκε το 1851, με τίτλο League of the Ho- de- no- sau- nee or Iroquois (Η κοινότητα των Ho- de-no- sau-nee ή Ιροκέζων), ένα έργο που θεωρείται μέχρι σήμερα θεμελιώδες για τη μελέτη των Ιροκέζων Ινδιάνων. Ωστόσο, το σημαντικότερο από τα έργα του Morgan με τίτλο Ancient Society, or Researches in the Lines of human Progress from Savagery, through Barbarism to Civilization (Αρχαία κοινωνία ή Γενεαλογικές έρευνες για την πρόοδο του ανθρώπου από την περίοδο της αγριότητας μέσω της βαρβαρότητας στον πολιτισμό) εκδόθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, μόλις στα 1877. Εκεί ο Morgan υποστήριξε τη θέση ότι η πατριά αποτέλεσε την παγκόσμια και ιστορικά βασική μονάδα της πρωτόγονης κοινωνίας. Η σύνδεση του έργου του Engels Der Ursprung der Familie, des Privateigentums und des Staates (Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους) με το προαναφερθέν έργο του Morgan είναι τόσο προφανής που ο Engels θεώρησε αναγκαίο να αναφέρει το έργο αυτό όχι μόνο στον πρόλογο του βιβλίου του αλλά ακόμα και στον υπότιτλο του εξωφύλλου. Στον πρόλογο στην τέταρτη γερμανική έκδοση του έργου του, στα 1891, ο Engels θα υπογραμμίσει για μια ακόμα φορά ότι η Αρχαία Κοινωνία του Morgan είναι «το έργο που έχει ως βάση της ετούτη η μελέτη» (βλ. σχετικά Φρ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984, σσ. 6-20) (ΣτΜ).

9.Στο πλαίσιο του έργου του Anti-Duehring (α΄ έκδοση 1878) και καθώς επιχειρούσε να ανιχνεύσει τους παράγοντες που καθόρισαν την αποσύνθεση του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος (και να καταρρίψει έτσι τη «θεωρία της βίας» του Eugen Duehring) ο Engels έκανε εκτεταμένες αναφορές στον ασιατικό τρόπο παραγωγής χρησιμοποιώντας συχνά τον όρο «ανατολικός δεσποτισμός». [Βλ. σχετικά, Φρ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, μτφρ. Τ. Στεργίου, εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα 1963, σσ. 236-272.]

Αντίθετα στο κατοπινό του έργο Der Ursprung der Familie, des Privateigentums und des Staates (Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους), που εκδόθηκε στα 1884, ο Engels δεν εξέτασε τον ασιατικό τρόπο παραγωγής και το ανατολικό δεσποτικό κράτος, δεν ασχολήθηκε σχεδόν καθόλου με την ιστορική ανάπτυξη των λαών της Ανατολής και αναφέρθηκε σ’  αυτούς μόνο περιστασιακά κυρίως σε σχέση με την εμφάνιση της κτηνοτροφίας.

Η διαφορά αυτή έκανε ορισμένους μαρξιστές -όπως εδώ ο Mandel-   να υποστηρίξουν ότι η συγκεκριμένη επιλογή του Engels συνιστά σιωπηλή εγκατάλειψη εκ μέρους του της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής (ΣτΜ).

10.Φαίνεται ότι ο Lenin δεν είχε αντιληφθεί – τουλάχιστον στο βαθμό που είχαν επιτύχει κάτι τέτοιο οι Marx και Engels- τον ιδιαίτερο κοινωνικό χαρακτήρα (ως προς τους άλλους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και ιδίως ως προς τη φεουδαρχία) της αγροτικής κοινότητας και τουιδιαίτερου κρατικού δεσποτισμού που δομείται «πάνω» στην «κοινοτική υποδομή». Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να προκύπτει στο έργο του ένα θεωρητικό κενό, το οποίο καλύπτεται από εκτιμήσεις και διατυπώσεις συχνά αντιφατικές, οι οποίες άλλοτε ταυτίζουν κι άλλοτε διακρίνουν την κοινότητα από το κοινωνικό καθεστώς της υπό αποσύνθεση φεουδαρχίας. Έτσι ο Lenin, αλλού θα μιλήσει για τον «κλειστό φεουδαρχικό χαρακτήρα της αγροτικής κοινότητας» [Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, (στο εξής Λ.Ά.), τ. 2, σελ. 543], αλλού θα διατυπώσει τον αρκετά ασαφή όρο «ασιατισμός»   [Λ.Ά.,τ. 3, σελ. 70-71] ενώ αλλού θα τονίσει ότι «το καθεστώς των οικονομικών σχέσεων στο «κοινοτικό»  χωριό δεν αποτελεί καθόλου ένα ιδιαίτερο καθεστώς, μα ένα συνηθισμένο μικροαστικό καθεστώς»   [Λ.Ά., τ. 3, σελ. 170]. Βέβαια ο Lenin δεν είχε στη διάθεσή του τα έργα των Marx και Engels που ρητά αναφέρονται στον ασιατικό τρόπο παραγωγής (κυρίως τα Grundrisse,  αλλά και τις επιστολές προς τη V. Sassulitsch και άλλους ρώσους αριστερούς καθώς και άρθρα σε εφημερίδες). Όμως, όπως έχει δειχθεί, η μαρξική διάκριση ανάμεσα στον φεουδαρχικό και τον ασιατικό τρόπο παραγωγής προκύπτει και από τη μελέτη του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου, τον οποίο είχε υπόψη του ο Lenin μετά το 1894. [Βλ. σχετικά Γ. Μηλιός, «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1900): Μια επίκαιρη μαρξιστική θεωρητική ανάλυση», περ. Θέσεις, τχ. 38, Ιανουάριος-Μάρτιος 1992, σσ. 93-126 και ιδιαίτερα σσ. 118-122.] (ΣτΜ).

11.Βλέπε Karl A.Wittfogel Oriental Despotism, (σσ. 389-400), όπου ο συγγραφέας δίνει μια αρκετά πλήρη σύνοψη των αποσπασμάτων του Lenin που σχετίζονται με τον «ασιατισμό».

12.Βλέπε ιδιαίτερα G. Plekhanov, Introduction a l’ histoire sociale de la Russie (Εισαγωγή στην κοινωνική ιστορία της Ρωσσίας), σελ. 4: «Τώρα γνωρίζουμε όχι μόνο ότι η Ρωσία, όπως η δυτική Ευρώπη, πέρασε από τη φάση του φεουδαλισμού αλλά επίσης ότι αυτή η ίδια φάση παρατηρήθηκε στην ιστορία της Αιγύπτου, της Χαλδαίας, της Ασσυρίας, της Περσίας, της Ιαπωνίας και της Κίνας. Με λίγα λόγια, σε όλες ή σχεδόν σε όλες τις εκπολιτισμένες χώρες της Ανατολής». Στην ίδια σελίδα, όμως, ο συγγραφέας γράφει για τους «μεγάλους δεσπότες της Ανατολής». Στο έργο Fundamental Problems of Marxism (Θεμελιώδη ζητήματα του μαρξισμού) ο Plekhanov υποστήριξε την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής, ενώ σωστά επισήμανε ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προγενέστερος του αρχαίου (δουλοκτητικού) τρόπου παραγωγής (σσ. 68-69)

13. Lenin, Collected Works, τόμος 21, σελ. 56.

14. Πάντως ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η αντιφατικότητα των διατυπώσεων του Lenin αναφορικά με τη μαρξική έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής διατηρείται μέχρι το τέλος της ζωής του. Δύο αποσπάσματα από κείμενά του γραμμένα στα 1914 είναι ενδεικτικά: «Η φεουδαρχία όμως μπορεί να κρατήσει και τότε επί αιώνες κρατάει εκατομμύρια αγρότες στην αποβλάκωση (λογουχάρη, στη Ρωσία από τον 4ο έως το 19ο αιώνα, στην Κίνα ακόμη περισσότερους αιώνες)» [Λ.Ά., τ. 25, σελ. 238]. Επίσης: «Όσο περισσότερο η δουλοπαροικιακή Ρωσία του χωριού έμεινε πίσω από τη βιομηχανική, εμπορική, καπιταλιστική Ρωσία, τόσο πιο απότομο θα πρέπει να είναι το αναπόφευκτο σπάσιμο της παλιάς, της φεουδαρχικής γαιοκτησίας: τόσο της τσιφλικάδικης, όσο και των κοινοτικών κλήρων» (Λ.Ά., τ. 25, σελ. 240) (ΣτΜ).

Έτος Ι, Νο. 2, σσ. 370-378. Ο Lucien Goldmann μού είχε επισημάνει ότι η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής είχε «ξανα-καθελκυθεί» όχι από τον Ryazanov, αλλά από τους ούγγρους κομμουνιστές που εξέδιδαν την επιθεώρηση Communism από το 1920 και έπειτα.

16. Την 1η Ιουλίου του 1925 η κυβέρνηση της Νότιας Κίνας (κυβέρνηση της Καντώνας), η οποία ελεγχόταν από το κόμμα Κουο Μιν Τανγκ (στο οποίο είχε προσχωρήσει και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας) και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση, αυτοανακηρύχθηκε Εθνική Κυβέρνηση ολόκληρης της Κίνας. Στη διάρκεια των ετών 1925-26 η κυβέρνηση αυτή κατάφερε να επεκτείνει την εξουσία της σε μια σειρά γειτονικές επαρχίες και τον Ιούλιο του 1926 ο στρατός της (Εθνικός Επαναστατικός Στρατός) άρχισε εκστρατεία με σκοπό την ένωση της Κίνας κάτω από επαναστατική εξουσία. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την αντίδραση των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας με αποτέλεσμα στις 24 Μαρτίου του 1927 το Νανκίν, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της επανάστασης, να βομβαρδιστεί από το αγγλικό πολεμικό ναυτικό. Στις 12 Απριλίου ο αρχιστράτηγος του Εθνικού Επαναστατικού Στρατού Τσάνγκ Κάι Σεκ οργάνωσε αντεπαναστατικά πραξικοπήματα στη Σαγκάη και το Νανκίν και αμέσως μετά η δεξιά πτέρυγα του Κουο Μιν Τανγκ έκανε πραξικόπημα στην Καντώνα. Τον Ιούλιο του 1927 η πλειοψηφία της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Κουο Μιν Τανγκ αποφάσισε όχι μόνο να διασπάσει τη συμμαχία με το Κομμουνιστικό Κόμμα αλλά και να το κηρύξει εκτός νόμου. Οι οπαδοί του καταδιώχθηκαν και η επανάσταση καταπνίγηκε (ΣτΜ).

17.Το 1930 πραγματοποιήθηκε μια πρώτη συνδιάσκεψη σχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής στην Τυφλίδα και τον Φλεβάρη του 1931 ακολούθησε μια δεύτερη στο Λένινγκραντ. Εκεί «καταδικάστηκε» ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και υπερίσχυσε η άποψη ότι οι ασιατικές κοινωνίες ήταν φεουδαρχικές. Επρόκειτο βέβαια για μια ακόμα «επιτυχία» του σοβιετικού μαρξισμού στο πλαίσιο του οποίου οι πολιτικοί υπερπροσδιορισμοί υπερίσχυαν συχνά όχι μόνο των επιστημονικών προσεγγίσεων αλλά και αυτής ακόμα της εμπειρικά διαπιστώσιμης πραγματικότητας (ΣτΜ).

18.Jan Pecirka, «Les discussions sovietiques sur le modede production asiatique et sur la formation esclavagiste» (1964), στο Premieres societes de classe et mode de production asiatique, ειδική έκδοση της επιθεώρησης Recherches internationales a la lumiere du marxisme, Μάιος-Ιούνιος 1957, σελ. 62. Βλέπε επίσης Eugene Varga, όπ. π., σσ. 370-394.

19.Τρία παραδείγματα: (1) Το εγχειρίδιο του W.I. Avdijev, Geschihte des Alten Orients (Ιστορία της Αρχαίας Ανατολής), το οποίο εκδόθηκε στη Μόσχα το 1948 και μεταφράστηκε στο Βερολίνο το 1953, ήταν βασισμένο στις απόψεις του ακαδημαϊκού V. V. Struve και υποστήριζε (σσ. 12-13) ότι «οι λαοί της Ινδίας και της Κίνας έχουν ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, από τη φυλετική κοινωνία στη δουλοκτητική κοινωνία». (2) Το 1950, ο Kuo Mo-jo έγραφε ακόμα για μια «δουλοκτητική κοινωνία» στην αρχαία Κίνα η οποία εξελίχθηκε σε «φεουδαλική κοινωνία» («La societe esclavagiste chinoise», στο Recherches internationales a la lumiere du marxisme, Mάιος – Ιούνιος 1957, σσ. 32-33, 41, 51), αν και ήταν προφανές ότι επρόκειτο για μια κοινωνία η οποία, παρότι σε αυτήν υπήρχαν σκλάβοι, σε καμία περίπτωση δεν βασιζόταν απόλυτα στον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής. (3) Παρομοίως, στο έργο An Outline History of China, το οποίο εκδόθηκε στο Πεκίνο το 1958, παρουσίαζε (σ. 15) την προγενέστερη ταξική κοινωνία της Κίνας (υπό τη δυναστεία των Shang) ως μια «κοινωνία βασισμένη στη δουλεία».

20.Παρουσιάζει ενδιαφέρον μια σύντομη αναφορά στη ζωή και το έργο του Karl Wittfogel. Έχει τις πρώτες του επαφές με το κομμουνιστικό κίνημα γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Εντάσσεται στο γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και λίγα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει υπεύθυνος της Κομμουνιστικής Διεθνούς για ζητήματα που αφορούν την Ασία. Στα 1931 δημοσιεύει το έργο του Wirtschaft und Gesellschaft Chinas (Οικονομία και Κοινωνία της Κίνας), στο οποίο επιχειρεί να ερμηνεύσει την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Κίνας από μαρξιστική σκοπιά (στο έργο αυτό αναφέρεται αρκετές φορές στη συνέχεια ο Mandel διατυπώνοντας κολακευτικά σχόλια). Το 1933 φυλακίζεται από τους ναζί. Το 1935-37 επισκέπτεται την Κίνα και στη συνέχεια εγκαθίσταται στις ΗΠΑ. Αρχίζει όχι μόνο να εγκαταλείπει αλλά και να καταγγέλλει τον μαρξισμό. Το 1947 γίνεται καθηγητής της ιστορίας της Κίνας στο πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον.

Στα 1957-58 γράφει και δημοσιεύει το πιο γνωστό του έργο με τίτλο Oriental Despotism (Ανατολικός Δεσποτισμός). Έχει πια υιοθετήσει όχι απλά συντηρητικές αλλά και ακραίες αντιδραστικές θέσεις. Στον πρόλογο του έργου του χωρίς καμιά διάθεση συγκάλυψης των αληθινών του σκοπών<208> υποστηρίζει ότι «από την άποψη της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, το 1917 είναι ίσως η πιο ολέθρια χρονιά της σύγχρονης ιστορίας» (σελ. 21)  και ισχυρίζεται ότι «ο προορισμός του αμερικανικού έθνους είναι να γίνει ο ηγέτης του ελεύθερου κόσμου» (σελ. xxiv). Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει οι διανοούμενοι να ενισχύσουν την ιδεολογική καμπάνια του ελεύθερου κόσμου με κάθε μέσο (σελ. 539). Στο πλαίσιο αυτό ο Wittfogel επιχειρεί να συγκρίνει το κοινωνικό καθεστώς του ασιατικού τρόπου παραγωγής με τα καθεστώτα που είχαν διαμορφωθεί στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα καθεστώτα αυτά, καθώς στηρίζονται στη συλλογική ιδιοκτησία και στα μεγάλα δημόσια έργα, αποτελούν μια από τις μορφές ανατολικού δεσποτισμού και άρα η ύπαρξή τους εμπεριέχει την εκμετάλλευση  που ο ασιατικός τρόπος παραγωγής συνεπάγεται. Κατά τον Wittfogel, οι κρατικοί υπάλληλοι και τα κομματικά στελέχη των σοσιαλιστικών καθεστώτων αποτελούν μια εκμεταλλεύτρια τάξη, ανάλογη μ’  εκείνη του ασιατικού τρόπου παραγωγής (ΣτΜ).

21. Κarl A. Wittfogel, Wirtschaft und Gesellschaft Chinas, σελ. 768.

22.Βλέπε Maurice Godelier, «La notion de ‘ mode de production asiatique’ et les schemas marxistes d’ evolution des societes»(«Ο όρος «ασιατικός τρόπος παραγωγής» και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών»), στα Cahiers du Centre d’  Etudes et de Recherches Marxistes, σσ. 26-27, και Eric Hobsbawm, Εισαγωγήστο Pre-Capitalist Economic Formations, σσ. 61-63. [Μετάφραση του άρθρου του Godelier στα ελληνικά αποτελεί το κείμενο, Μωρίς Γκοντλιέ, «Ο όρος «ασιατικός τρόπος παραγωγής»   και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών», εισαγωγή-μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, περιοδικό Δύο, Ιούλιος 1973, παράρτημα, σελ. 1-47. Βέβαια, το περιοδικό σήμερα είναι πλέον  δυσεύρετο (ΣτΜ).]

23.Βλέπε σε σχέση μ’ αυτό, inter alia, Bernshtam, Sotsialno-ekonomichsky stroy Orogono-Yeniseiskikh Turok VI-VIII vekov (Το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα τωνΤούρκων του Orkhon και του Yenisei από τον 6ο έως τον 8ο αιώνα). Ο S.E. Tolybekov στο Voprosy Ekonomiki, Νο. 1, 1955, επινόησε επιπλέον την έννοια του «πατριαρχικού φεουδαλισμού», προικισμένη με τη συλλογική ιδιοκτησία της γης!!!

24. Ο Wittfogel αναφέρεται σ’ αυτό.

25. Το 1848, ο John Stuart Mill χρησιμοποίησε τον όρο «ανατολική κοινωνία» και στα 1831 ο Richard Jones είχε ήδη αναφέρει τον όρο «ασιατική κοινωνία». (Βλέπε Wittfogel, Wirtschaft und Gesallschaft Chinas, σελ. 489.) Ο V. Struve, πάπας της σοβιετικής ιστοριογραφίας σχετικά με την Ανατολή κατά την σταλινική περίοδο και ο συγγραφέας που είναι κυρίως υπεύθυνος για την «απόρριψη» του ασιατικού τρόπου παραγωγής, βρήκε ένα απόσπασμα στα κείμενα του Richard Jones στο οποίο ο τελευταίος έδινε τη διαβεβαίωση ότι ήταν οι μη αγροτικοί πληθυσμοί εκείνοι οι οποίοι έφερναν σε πέρας τα δημόσια έργα μεγάλης κλίμακας στις χώρες της Ανατολής. Χρησιμοποιώντας αυτό το απόσπασμα (σε συνδυασμό με δύο αποσπάσματα από τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου ο Marx αποδεικνύει ότι η ευκαιριακή μεγάλης κλίμακας κοινή προσπάθεια που έγινε από εργαζόμενους στην προκαπιταλιστική κοινωνία ήταν συνήθως αποτέλεσμα είτε της υποτέλειάς τους ως δουλοπάροικων στην κυρίαρχη δύναμη, είτε της ύπαρξή τους ως δούλων, και ότι τα μεγάλα δημόσια έργα της αρχαίας Ανατολής κατασκευάστηκαν πιθανόν μέσω «της συγκέντρωσης σε ένα χέρι ή σε έναν μικρό αριθμό χεριών της επίβλεψης κάτω από την οποία ζούσαν οι εργαζόμενοι»), ο Struve επιδεικτικά «απέδειξε» ότι, για τον Marx, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής ήταν ακριβώς μια ιδιάζουσα μορφή του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής!!! («Comment Marx definissait les premieres societes de classe» [1940], στο Recherches internationales a la lumiere du marxisme, Μάιος – Ιούνιος 1957, σσ. 82-94).

26. Στην Εισαγωγήτου στο Pre-Capitalist Economic Formations, ο Hobsbawm δίνει έναν αρκετά ολοκληρωμένο κατάλογο των κειμένων αυτών, ο οποίος περιλαμβάνει τα βιβλία Voyagesτου Bernier,History of Java του Stamford Raffles, Historical Geography of Arabia του Rev.C. Foster, Τreatise on the East IndiaTrade του J. Child και άλλα. Στο βιβλίο του La Chine future, ο Pierre Naville σημειώνει (σσ. 89-93) ότι το έργο Voyagesτου Bernier γράφτηκε για να αντικρουστεί ένα σχέδιο του Λουδοβίκου του 14ου που ανακήρυττε όλη τη γη στη Γαλλία σε βασιλική περιουσία ή, εν πάσει περιπτώσει, ένα σχέδιο τέτοιου είδους το οποίο οι εχθροί της απολυταρχίας είχαν αποδώσει σ’ αυτόν.

27. Ο Maximilien Rubel έδειξε κάτι τέτοιο με βάση δύο μελέτες του Marx, χρονολογημένες στα 1853: η μια ήταν ένα άρθρο για την κοινότητα του χωριού στη Σκωτία («The Duchess of Sutherland and Slavery», δημοσιευμένο στη New York Daily Tribune της 9ης Φεβρουαρίου) και η άλλη μια μελέτη για τις σχέσεις μεταξύ της απόλυτης μοναρχίας και της διοικητικής αποκέντρωσης στην Ισπανία (Βλέπε Karl Marx: Essai de biographie intellectuelle, σσ. 297-301).

28. Κατά το χρονικό διάστημα 1841-1849 έγιναν στην Κίνα περίπου 110 στάσεις και εξεγέρσεις. Το 1850 η θρησκευτική αίρεση Τάι-Πινγκ υποκίνησε εξέγερση στην επαρχία Κουανγκσί κατά του δεσποτικού καθεστώτος των Μαντζού. Δυνάμεις των επαναστατών κατέλαβαν, το 1853, το Νανκίν και το ανακήρυξαν πρωτεύουσα του κράτους των Τάι-Πινγκ. Την ίδια χρονιά οι Τάι-Πινγκ δημοσίευσαν το «Έγγειο Σύστημα της Ουράνιας Δυναστείας», ένα προγραμματικό κείμενο που έκανε λόγο για γενική αναδιανομή της γης με βάση την αρχή της εξισωμένης γαιοκτησίας. Με την έναρξη της δεκαετίας του 1860 ενισχύθηκε η βοήθεια από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ προς την κεντρική κυβέρνηση της Κίνας προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι Τάι-Πινγκ και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την οριστική κατστολή της εξέγερσης (ΣτΜ).

29. Το 1857 σημειώθηκε μεγάλη και αιματηρή εξέγερση της στρατιάς της Βεγγάλης που στρεφόταν εναντίον της εκμετάλλευσης της Ινδίας από την αγγλική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών. Η στάση αυτή, που έμεινε γνωστή ως Επανάσταση των Σιπόυ, κατεστάλη αλλά οδήγησε την Εταιρεία στην απόφαση να παραχωρήσει οριστικά τη διακυβέρνηση της Ινδίας στο βρετανικό στέμμα (ΣτΜ).

30. Όσον αφορά την Ινδία: «Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ατομική ιδιοκτησία των οικοπέδων των οικιών καθώς και των κήπων ήταν αναγνωρισμένο γεγονός στις αστικές και ημιαστικές περιοχές ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Δεν υπήρχε όμως, γενικά, τέτοια ατομική ιδιοκτησία στα καλλιεργούμενα κτήματα». (D.D.Kosambi, An Introduction to the Study of Indian History, σελ. 145) Για την Κίνα βλ. Henri Maspero, όπως παρατίθεται από τον Naville στο La Chine future, σσ. 96-98. Για την κλασική αυτοκρατορία του Ισλάμ και για τις αρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βλέπε Reuben Levy, The Social Structure of Islam, σελ. 13 και 401.

31. Ο αρχαίος Ινδός συγγραφέας Kautilya έγραψε στο έργο του Arthasastra: «Οι Samghas (φυλετικές κοινότητες του χωριού) είναι ακατανίκητες, συγκριτικά με άλλες, εξαιτίας της ενότητάς τους». (Αναφέρεται από τον Debiprasad Chattopadhyaya στο έργο Lokayata: A Study in Ancient Indian Materialism, σελ. 173.)

32. Βλέπε την περιγραφή του αρχαίου ινδικού χωριού στο Malaviya, «Village Communities in India, a Historical Outline», στο A.R. Desai, επιμ., Rural Sociology in India, σσ. 164-170. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό: «Η πραγματική μέθοδος ανταμοιβής των υπηρετών του χωριού [δηλ., των τεχνιτών] ήταν η απόδοση σε αυτούς είτε ενός τεμαχίου γης δίχως νοίκι και καμιά φορά και δίχως επίβλεψη, είτε καθορισμένων μεριδίων εκτός της κοινής για όλα τα μέλη της κοινότητας ποσότητας δημητριακών» (σ. 170).

33. Επιστολή του Engels στον Marx, 6 Ιουνίου 1853, στο Selected Correspondence, σελ. 66. [Για την ελληνική απόδοση, βλ. Fr. Engels – K. Marx, Αλληλογραφία, ό.π., σσ. 127- 129, ΣτΜ.]

34. Αντιπαρέβαλλε Κοsambi, An Introduction to the Study of Indian History, σελ. 280, για την εξουσία των Gupta.

35. Grundrisse, σελ. 377: «Οι κοινοί όροι για την πραγματική ιδιοποίηση μέσω της εργασίας, όπως τα συστήματα άρδευσης (ιδιαίτερα σημαντικά για τους ασιατικούς λαούς), τα μέσα της επικοινωνίας, κλπ., θα εμφανισθούν λοιπόν ως το έργο της υψηλού επιπέδου ενότητας: η δεσποτική κυβέρνηση η οποία επιβάλλεται στις υποδεέστερες κοινότητες». (Στα αγγλικά στο Pre-Capitalist Economic Formations, σσ. 70-71). ΣταΘεμελιώδη προβλήματα του Μαρξισμού (σσ. 48- 51), ο Plekhanov προσδίδει βαρύνουσα σημασία στις γεωγραφικές συνθήκες οι οποίες κάνουν τέτοιου είδους έργα αναγκαία. Στο θέμα αυτό επανέρχεται περαιτέρω (σελ. 63): «Αν και αυτοί οι δυο τύποι [ο Κλασικός και ο Ανατολικός] διαφοροποιούνταν σημαντικά μεταξύ τους, τα βασικά και κύρια γνωρίσματά τους αναπτύσσονταν υπό την επίδραση του γεωγραφικού περιβάλλοντος«.

36. Grundrisse, σελ. 377. Και ο K.S. Shelvankar σημειώνει: «Είναι βέβαιο ότι οι έμποροι και οι χειροτέχνες, οι αστοί ως τάξη οργανωμένη στις συντεχνίες της, ποτέ δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν εκείνη την εξουσία την οποία οι ευρωπαίοι ομόλογοί τους κέρδισαν για τον εαυτό τους όταν απέκτησαν πολιτική δύναμη στις πόλεις. Στην Ινδία η πόλη ήταν σχεδόν πάντα μια απόκεντρη εγκατάσταση του τοπικού κράτους, η οποία κυβερνιόταν από διοικητές ή συμβούλια που διορίζονταν από το κέντρο». (Αναφέρεται στο Desai, επιμ., Rural Sociology in India, σελ. 150).

37. Grundrisse, σελ. 384. Αντιπαρέβαλλε Desai, επιμ., Rural Sociology in India(σελ. 25): «Στην προ-βρετανική Ινδία, η γεωργία του χωριού παρήγαγε, κυρίως, για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού του χωριού. Αυτή η υπόσταση της αγροτικής οικονομίας του χωριού μετασχηματίστηκε σε οικονομία της αγοράς κατά τη βρετανική περίοδο».

38. Grundrisse, σελ. 405. (Pre-Capitalist EconomicFormations, σελ. 110.) Αντιπαρέβαλλε, Leon Trotsky: «Έτσι, οι ρωσικές πόλεις, όπως οι πόλεις υπό τους ασιατικούς δεσποτισμούς και σε αντίθεση με τις βιοτεχνικές και εμπορικές πόλεις του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, έπαιζαν μόνο το ρόλο των καταναλωτών .Πού ήταν, λοιπόν, η βιοτεχνία και οι τεχνίτες; Στην ύπαιθρο, προσκολλημένοι στη γεωργία». («Συμπεράσματα και Προοπτικές» στο The Permanent Revolution, σελ. 47.)

39. Ο Μarx τονίζει (στα Grundrisse, σσ. 407-408) τη σημασία της κοινότητας των ελεύθερων τεχνιτών των πόλεων για την προετοιμασία του έργου της αποσύνθεσης, την οποία το κεφάλαιο επιφέρει στις αρχαίες κοινοτικές σχέσεις στην ύπαιθρο. Στο έργο μου Marxist Economic Theory (τόμος Ι, σελ. 124), αναφέρω μια παρόμοια άποψη του Stefan Balazs σχετικά με τις πόλεις της αρχαίας Κίνας και αποδεικνύω ότι αυτή η ιδέα, η οποία συνήθως πιστώνεται στον Max Weber, διατυπώθηκε στην πραγματικότητα για πρώτη φορά από τον Marx.

40. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι τα έθνη της Ασίας δεν θα ήταν ικανά να φτάσουν στον καπιταλισμό από μόνα τους. Απλά εξηγεί γιατί η δυτική Ευρώπη στάθηκε ικανή, ξεκινώντας από τον 16ο αιώνα, να προχωρήσει όλο και περισσότερο σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Η σημερινή υπανάπτυξη των εθνών της Ασίας δεν είναι το αποτέλεσμα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, αλλά της ανασταλτικής και οπισθοδρομικής επιρροής που είχε πάνω σε αυτά τα έθνη η εξαρτημένη θέση τους, η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής διείσδυσης. Το ένα ασιατικό έθνος που πέτυχε να διατηρήσει αληθινή ανεξαρτησία η Ιαπωνία έχει άλλωστε σε πολύ μεγάλο βαθμό πετύχει να αποδράσει από την «υπανάπτυξη».

41. Το κύριο έργο του Φέρεντς Τοκάι που αναφέρεται στον ασιατικό τρόπο παραγωγής εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1960 στα ουγγρικά, ως Ferenc Tokei, Az azsiai termelesi mod kerdesehez (Για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής). Το έργο αυτό κυκλοφόρησε και στα ελληνικά ως Φέρεντς Τοκάι, Για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, μτφ. Σταύρος Καμπουρίδης, εκδ. Αναγνωστίδης, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης. Αυτή η ελληνική μετάφραση, παρότι παραπέμπει στην ουγγρική πρωτότυπη έκδοση, στην πραγματικότητα έγινε από τη γερμανική μετάφραση του 1969.

42. Η δυναστεία των Ming κυβέρνησε την Κίνα κατά το χρονικό διάστημα 1368-1644.

43. Η ενοποίηση της βόρειας Ινδίας πραγματοποιήθηκε από τη δυναστεία των Μεγάλων Μογγόλων που ιδρύθηκε από τον Ντιν Μπαμπέρ, ηγεμόνα της Καμπούλ μετά την κατάληψη απ’ αυτόν του σουλτανάτου του Δελχί (1526). Η δυναστεία των Μεγάλων Μογγόλων, μέσα από μια σειρά πολέμους στο εσωτερικό και το εξωτερικό, κατάφερε να διατηρήσει την ισχύ της, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, μέχρι τα τέλη περίπου του 18ου αιώνα. Η κατάληψη του Δελχί από τους Άγγλους, στα 1803, είχε ως αποτέλεσμα οι Μεγάλοι Μογγόλοι να μετατραπούν σε ανδρείκελα της βρετανικής κυριαρχίας.

44. Ferenc Tokei: «Le mode de production asiatique en Chine»(1963) στο Recherches internationales a la lumiere du marxisme, Μάιος-Ιούνιος 1957, σσ. 172-173, 180-182. Βλέπε επίσης, Irfan Habib, «Potentialities of Capitalist Development in the Economy of Mughal India» στο Journal of Economic History, Μάρτιος 1969 και N.B. Jankowska, «Extended Family Commune and Civil Self-Government in Arrapha in the 15th-14th Century B.C.», στην έκδοση της Ακαδημίας Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ, Ancient Mesopotamia: Socio-Economic History.

45. Godelier, «La notion de ‘mode de production asiatique’ «, Jean Chesneaux, «Le mode de production asiatique» στο La Pensee, Απρίλιος 1964, Jean Suret-Canale, «Les societes traditionnelles en Afrique tropicale»,στο La Pensee, Οκτώβριος 1964 και Pierre Boiteau, «Les droits sur la terre», στο ίδιο. Ο Boiteau επίσης ισχυρίζεται ότι ο ασιατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, ένα στάδιο από το οποίο όλες οι κοινωνίες έχουν περάσει.

46. Στο «Le mode de production asiatique», ο Chesneaux σημειώνει (σελ. 42): «Οφείλουμε να αναρωτηθούμε εάν αυτή η ιδέα ενός «οικονομικού επικυρίαρχου» δεν καλύπτει άλλες λειτουργίες εκτός από αυτές της συντήρησης των τάφρων και των καναλιών: όπως, για παράδειγμα, του ελέγχου της εκ περιτροπής καλλιέργειας και της διατήρησης και επίβλεψης της ασφάλειας των καλλιεργούμενων εκτάσεων, <201> της στρατιωτικής προστασίας των χωριών από τις επιδρομές των νομάδων ή από την εισβολή ξένων στρατευμάτων, της κατευθείαν ανάληψης από το κράτος των κύριων τομέων της βιομηχανικής παραγωγής, οι οποίοι ήταν πέρα από το πεδίο δράσης των αγροτικών κοινοτήτων, όπως στην περίπτωση της εξόρυξης και της μεταλλουργίας …». Εδώ έχουμε μια καθαρή περίπτωση αποφυγής του ερωτήματος (θεώρησης ως αποδεδειγμένου του αποδεικτέου), από τη στιγμή που ο πραγματικός λόγος της εμφάνισης ενός τέτοιου κράτους-επιχειρηματία δεν μπορεί πλέον να αποδωθεί στα «υδραυλικά έργα». Γιατί συνέβαινε, σε άλλους πολιτισμούς, σχηματισμοί από χωριά ή τα πρώιμα συμβούλια των πόλεων ή οι τοπικοί άρχοντες να είναι ικανοί να εκπληρώνουν τις λειτουργίες που απαριθμεί ο Chesneaux, ενώ στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής όλα αυτά ήταν αρμοδιότητα του κράτους;

47. Godelier, «La notion de ‘ mode de production asiatique’», σελ. 30.

48. Έτσι η συλλογική οργάνωση της εργασίας στα χωριά της δυτικής Αφρικής βαθμιαία μετατράπηκε από το να είναι συλλογική αμοιβαία βοήθεια προσφερόμενη ως εργασία με αντάλλαγμα δώρα, στο να γίνει εργασία που γινόταν προς όφελος του «πιο εξέχοντος άνδρα» και τελικά στο να γίνει, μόλις και μετά βίας συγκαλυμμένη, εργατική απασχόληση. (Αντιπαρέβαλλε, Claude Meillassoux, Anthropologie economique des Gouro de Cote d’ Ivoire, σσ. 175-185.)

49. Jean Chesneaux («Le mode de production asiatique», σελ. 41): «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής μοιάζει πραγματικά να μπορεί να χαρακτηριστεί από τη διαπλοκή της παραγωγικής δραστηριότητας των κοινοτήτων των χωριών με την οικονομική επέμβαση μιας κρατικής εξουσίας, η οποία τις εκμεταλλεύεται». Ο τσεχοσλοβάκος καθηγητής Jan Harmatta φτάνει σ’ ένα παρόμοιο συμπέρασμα στο πλαίσιο της ερμηνείας του για την κοινωνική δομή της αρχαίας αυτοκρατορίας των Ούνων: «Η κοινωνία της εποχής του Αττίλα ήταν, αναμφίβολα, μια ταξική κοινωνία, αλλά οι σχέσεις παραγωγής οι οποίες επικρατούσαν μεταξύ των Ούνων δεν αντιστοιχούσαν στις κατηγορίες ενός εδραιωμένου κοινωνικού συστήματος όπως το δουλοκτητικό ή το φεουδαλικό σύστημα. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας των Ούνων ήταν ακριβώς η μεταβατική της φύση, ως μια ταξική κοινωνία με ισχυρές επιβιώσεις από την προγενέστερη φυλετική οργάνωση». («La societe des Huns al’ epoque d’ Attila» στο Recherches internationales a la lumiere du marxisme, Μάιος-Ιούνιος 1957, σελ. 238.)

50. Godelier, «La notion de ‘mode de productiοn asiatique’», σελ. 21.

51. Βλέπε ibid., σελ. 33, για τους τρόπους με τους οποίους ο ασιατικός τρόπος παραγωγής «καταλύθηκε». Σ’  αυτό το σημείο είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ένας τόσο βαθυστόχαστος μαρξιστής ιστορικός όπως ο Ernst Werner δίνει τον ακόλουθο ορισμό των «σχέσεων παραγωγής ενός καθαρά φεουδαλικού μοντέλου»: «Η δεσπόζουζα θέση της μικρής αγροτικής παραγωγής, η κυριαρχία της γεωργίας πάνω στους τεχνίτες και της υπαίθρου πάνω στην πόλη, η μονοπώληση της γης από μια μειοψηφία, η ιδιοποίηση του αγροτικού υπερπροϊόντος από την κυρίαρχη τάξη». (Die Geburt einer Grossmacht, die Osmanen, σελ. 305. Η γέννηση μιας υπερδύναμης, οι Οθωμανοί.) Αυτός ο ορισμός θα μπορούσε να ισχύει για την Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του 3ου και του 4ου αιώνα και για την φεουδαλική Ευρώπη του 9ου αιώνα, για την Κίνα ή την Ινδία του 16ου αιώνα (εφόσον εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι το μονοπώλιο της γης και όχι η ιδιοκτησία της γης!), για την Οθωμανική Αυτοκρατορία του 18ου αιώνα και επίσης για την τσαρική Ρωσία των αρχών του 19ου αιώνα, δηλαδή για κοινωνίες και κράτη τα οποία είναι βαθύτατα διαφορετικά το ένα απ’  το άλλο. Ο Werner λησμονεί τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του φεουδαλισμού, συγκεκριμένα, την ατομικήιδιοκτησία της γης από την φεουδαλική αριστοκρατία και την υποχρεωτική εργασία (ή ενοίκιο σε είδος) που ήταν απαιτούμενη από την αγροτιά (μόνο αργότερα, αυτή η εργασία εξελίχθηκε σε ενοίκιο σε χρήμα). Από τη στιγμή που γνωρίζει τα Grundrisse, και συχνά αναφέρει αποσπάσματα απ’  αυτά, η παράλειψη αυτού του σημείου εκ μέρους του είναι ασυγχώρητη.

52. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω στον αναγνώστη ότι το υποκεφάλαιο των Grundrisse το οποίο ασχολείται με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής τιτλοφορείται Προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγήςκαι αποτελεί μέρος ενός κεφαλαίου το οποίο αφιερώνεται στην πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου. Τα συμφραζόμενα μας δείχνουν αμέσως ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο τοποθετήθηκε το υποκεφάλαιο εδώ: η επιδίωξη είναι να φανεί γιατί, στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής, ακόμα και η μέγιστη συσσώρευση χρηματικών ποσών δεν οδήγησε σε μια διαδικασία καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Παρομοίως, ο Lenin το 1914 περιέγραψε τον «ασιατικό δεσποτισμό» μ’ αυτούς τους όρους: «Είναι γενικά γνωστό ότι αυτό το είδος κρατικού συστήματος διαθέτει μεγάλη σταθερότητα σε όλες τις περιπτώσεις που πλήρως πατριαρχικά και προκαπιταλιστικά γνωρίσματα επικρατούν στο οικονομικό σύστημα και όπου η εμπορευματική παραγωγή και η ταξική διαφοροποίηση είναι ελάχιστα ανεπτυγμένες». (Collected Works, τόμος 20, σελ. 403.) Είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε σ’  αυτή την περιγραφή τη μορφή της κοινωνίας η οποία καλύπτει το κενό ανάμεσα στον φυλετικό κομμουνισμό και σε μια κοινωνία βασισμένη στη δουλεία. Είναι αλήθεια ότι στα Grundrisse (σσ. 380-  386) ο Marx επίσης περιγράφει τον ασιατικό τρόπο παραγωγής ως μια από τις μορφές συλλογικής διοκτησίας της γης η οποία απορρέει από την αποσύνθεση του φυλετικού κομμουνισμού κατά το παράδειγμα της συλλογικής ιδιοκτησίας των ager publicusστη Ρώμη ή της συλλογικής ιδιοκτησίας της γης μεταξύ των Γερμανών και των Σλάβων. Αυτό είναι αναμφίβολα  το απόσπασμα το οποίο έχει αποπροσανατολίσει ορισμένους συγγραφείς. Στο ίδιο πλαίσιο, όμως, ο Marx σημειώνει ότι από όλες αυτές τις μορφές της συλλογικής ιδιοκτησίας οι οποίες σχετίζονται με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, ο τελευταίος είναι «εκείνη η οποία επιβίωσε περισσότερο και πιο πεισματικά», υπαινισσόμενος ότι είχε υπάρξει μέχρι τις αρχές του σύγχρονου καπιταλισμού (Pre-Capitalist Economic Formations,σελ. 83.)

53. Romesh Dutt, The Economic History of India, τόμος Ι, σελ. 107.

54. Στο έργο του Oriental Despotism (σσ. 497-499), ο Wittfogel ισχυρίζεται, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε απόδειξη, ότι ο Marx «συσκοτίζει» τη φύση της «γραφειοκρατίας» του «ασιατικού τρόπου παραγωγής», γιατί φοβάται ν’  αποδοκιμάσει μαζί με αυτή και τη γραφειοκρατία του «σοσιαλιστικού κράτους»  το οποίο επιθυμούσε να ιδρύσει. Το ίδιο μοτίβο, σύμφωνα με τον Wittfogel, οδήγησε τον  Marx αργότερα στο να υποβαθμίσει την άποψή του για τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής». Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το δεύτερο μέρος αυτής της θέσης απομένει αρκετά αστήρικτο από αποδείξεις, το πρώτο μέρος, το οποίο αποδίδει στον Marx μια γραφειοκρατική – σταλινική αντίληψη σχετικά με το κράτος το οποίο πρέπει να θεμελιωθεί μετά την κατάρρευση του καπιταλισμού (αν και ο Marx είχε χαιρετήσει την Παρισινή Κομμούνα, η οποία καθιέρωσε το γενικό εκλογικό δικαίωμα, κατήργησε τη μόνιμη θητεία των κρατικών αξιωματούχων και περιόρισε τους μισθούς τους στο επίπεδο των μισθών των ειδικευμένων εργατών, ως το πρότυπο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», όπως αυτός το αντιλαμβανόταν), είναι μια αρκετά σκανδαλώδης παραποίηση της ιστορίας. Ο Rubel υπογραμμίζει, δικαιολογημένα, ότι «αυτή η αναδρομική καταγγελία μιας ενέργειας διανοητικής εξαπάτησης, η οποία υποτιθέμενα αποδίδεται στον Marx ανήκει περισσότερο στον τομέα της παθολογίας παρά στην επιστημονική συζήτηση». (Βλέπε την παρατήρηση στη σελ. 1680 της έκδοσης των έργων του Marx από τον Rubel, Oeuvres EconomieI).

55. Wittfogel, Wirtschaft und Gesellschaft Chinas, σσ. 192-193 και ειδικότερα 285-287.

56. Βλέπε έναν καταπληκτικό υπαινιγμό για την ύπαρξη τέτοιου είδους μανιφακτούρας στην Κίνα σταGrundrisse, σσ. 397 (Στο Pre-Capitalist Economic Formations, σσ. 98, 116-117).

57. Κ. Wittfogel, Wirtschaft und Gesellschaft Chinas, σσ. 670-679. Αντιπαράβαλλε ένα απόσπασμα στην σελίδα 572 του ίδιου βιβλίου, όπου ο συγγραφέας δείχνει ότι ο κινέζος ελεύθερος τεχνίτης πάντα παρέμενε ένας υπηρέτης, και συνήθως ένας πλανόδιος υπηρέτης, λόγω της «ασιατικής» μορφής των έγγειων συμφερόντων! Αυτή η παράγραφος θα μπορούσε να ταιριάζει στο πλαίσιο των Grundrisse,το οποίο έχω σχολιάσει εδώ.

58. Michael Mauke, «Thesen zur Klassentheorie von Marx» («Θέσεις για τη θεωρία των τάξεων του Marx»), στο Neue Kritik, Φεβρουάριος 1966, σελ. 29.

59. Ομοίως, η αστική τάξη εκπληρώνει μια χρήσιμη λειτουργία από τη σκοπιά της κοινωνίας ως συνόλου και πιο συγκεκριμένα προωθεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο Marx συχνά το επαναλαμβάνει στα Grundrisse.

60. Η άσκηση της εξουσίας στην Αίγυπτο γινόταν από έναν πανίσχυρο βασιλιά. Η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του βασιλιά ελεγχόταν από ένα, πανίσχυρο επίσης, ιερατείο, από μια ολογάριθμη άρχουσα τάξη, που την αποτελούσαν οι τελικοί αποδέκτες των πλεονασμάτων της παραγωγής και μια απολύτως απαραίτητη υπαλληλία. Η υπαλληλία αυτή αντλούσε την ισχύ της από τον απολύτως αναγκαίο ρόλο της στη διοίκηση και στη διαχείριση της βασιλικής πριουσίας, καθώς και στη συγκέντρωση και διάθεση των κρατικών-βασιλικών προϊόντων. Σε τελική ανάλυση, επρόκειτο για υπαλλήλους του βσιλιά. Ανάμεσα σ’ αυτούς εξέχουσα θέση κατείχαν, επειδή ήταν λιγοστοί και περιζήτητοι, οι γραφείς: ήξεραν να διαβάζουν, να γράφουν και να κάνουν λογαριασμούς. Τα παραπάνω προσόντα, τους ενέτασσαν, αυτομάτως, στα υψηλόβαθμα στελέχη της κρατικής υπαλληλίας (ΣτΜ).

61. Οι μανδαρίνοι (σανσκρ. μαντρίν, δηλ. σύμβουλος, mandarin στα πορτογαλικά, κβάν στα κινεζικά) ήταν ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι στην Κίνα, κατά την εποχή που εξετάζουμε. Είχαν κυρίως αρμοδιότητες που σχετίζονταν με τα οικονομικά και τη διοίκηση και το βασικό τους καθήκον ήταν  να φροντίζουν για την αποδοτική διαχείριση της περιουσίας του αυτοκράτορα. Η θέση τους δεν ήταν κληρονομική, αλλά επιλέγονταν μέσα από μια διαδικασία «εξετάσεων» (ΣτΜ).

62. Αντιπαράβαλλε, Marx: «Ο ιδιοκτήτης της γης, ένας τόσο σημαντικός δημόσιος λειτουργός στην παραγωγή, στον αρχαίο κόσμο και στον Μεσαίωνα « (Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος ΙΙ, σελ. 44.)

63. Βλέπε, σε σχέση μ’ αυτό, G.L. Adhya, Early Indian Economics, σελ. 98, για τους εμπόρους και σσ. 84-87 για τους τεχνίτες των πόλεων.

63α. Εφόσον ο Mandel αναφέρεται στην «οικονομική ιστορία», δηλαδή στις συγκεκριμένες κοινωνίες, οι τάξεις πέρα από τους αγρότες και τους κυρίαρχους δεν (είναι απαραίτητο να) εντάσσονται στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, αλλά σε άλλους τρόπους (ή μορφές) παραγωγής, στο εσωτερικό κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού όπου ο ασιατικός τρόπος παραγωγής είναι κυρίαρχος. Πράγματι, τόσο οι αυτοαπασχολούμενοι τεχνίτες και έμποροι, όσο και οι καπιταλιστές ή οι μισθωτοί εργάτες τους, ανήκουν είτε στη μορφή της απλής εμπορευματικής παραγωγής, είτε αντίστοιχα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, στο εσωτερικό μιας κοινωνίας όπου κυριαρχεί ο ασιατικός τρόπος παραγωγής. Για το ξεκαθάρισμα των συγχύσεων ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον κοινωνικό σχηματισμό βλ. Γ. Μηλιός,Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Εξάντας 1988, σσ. 61-70. Βλ. επίσης την υποσ. 67 του Mandel.

64. Ηοbsbawm, Pre-Capitalist Economic Formations, σελ. 37.

65. Ιbid., σελ. 34.

66. Maxime Rodinson, Islam et capitalisme, σσ. 73-83.

67. Στο Studia o marksowskiej teorii  spoleczenstwa (Μελέτες για την μαρξιστική κοινωνική θεωρία), ο πολωνός κοινωνιολόγος Julian Hochfeld έχει θεμελιώσει τη σωστή διάκριση μεταξύ «ενός τρόπου παραγωγής», που σημαίνει, ένα οικονομικό μοντέλο το οποίο είναι «καθαρό» και γι’  αυτό αφηρημένο, και ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, που είναι μια χειροπιαστή μορφή κοινωνίας μέσα στην οποία ένας τρόπος παραγωγής κατέχει κυρίαρχη θέση. Έτσι, θα ήταν αλήθεια να λεχθεί ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναπτύχθηκε στην Αγγλία από τον 16ο αιώνα και μετά, αλλά το να περιγράψει τη Βρετανία ως έναν καπιταλιστικό «κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό» δεν θα ήταν αληθινό πριν από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

68. Maxime Rodinson, «What Happened in History», στο New Left Review, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1966, σσ. 97-99.

69. Pierre Vidal-Naquet, Εισαγωγήστη γαλλική έκδοση του βιβλίου του Wittfogel, Oriental Despotism, σελ. 10.

70. Guy Dhuquois, Le mode de production asiatique, σελ.13.

71. Ibid., σσ. 4-5.

72 Ιbid., σελ. 7.

73. Ibid., σελ. 8.

74. E.R. Leach, «Hydraulic Society in Ceylon», στο Past and Present, Απρίλιος 1959, σσ. 2-26.

75. Ο Kosambi, στο An Introduction to the Study of Indian History(σσ. 326-331, 351-365), υποστηρίζει ότι οι μουσουλμάνοι που επέδραμαν εναντίον της Ινδίας θεμελίωσαν από τον 11ο αιώνα και έπειτα μια εμβρυακή φεουδαλική τάξη, αλλά αυτή ποτέ δεν κατόρθωσε να εδραιώσει την εξουσία της σε ολόκληρη την περιοχή με αποτέλεσμα να καταλάβει τελικά μια θέση ανάμεσα στον δεσποτισμό που ήταν στην κορυφή και την κοινότητα του χωριού που ήταν στη βάση.

76. Βλ., αναφορικά μ’ αυτό, Henri Goblot, «Dans l’ ancien Iran, les techniques de l’ eau et la grande histoire»  στο Annales ESC, Μάϊος – Ιούνιος 1963, σσ. 500-520.

77. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο έργο του Φιλοσοφία της Ιστορίας, τομ. ΙΙ, το οποίο ο Marx και ο Engels μελέτησαν με ενθουσιασμό, ο Hegel είχε διακρίνει την πραγματική διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ανάπτυξη της Κίνας και της Ευρώπης: «Παρομοίως δεν υπήρχε καμιά κληρονομική αριστοκρατία στην Κίνα, κανενός είδους φεουδαλικές συνθήκες, ούτε υπήρχε εξάρτηση από τον πλούτο όπως στην Αγγλία, αλλά η ανώτατη εξουσία ασκείτο συνήθως από τον μονάρχη». Αντιπαράβαλλε επίσης αυτόν τον αξιοσημείωτο ορισμό, ο οποίος ήδη προοιωνίζει την ανάλυση του «ασιατικού τρόπου παραγωγής»: «Στην Κίνα, έχουμε την πραγματικότητα της απόλυτης ισότητας [η κοινότητα του χωριού], και όλες οι υπάρχουσες διαφορές είναι δυνατές σε σχέση με την [αυτοκρατορική] διοίκηση. Από τότε που η ισότητα επικρατεί στην Κίνα, αλλά χωρίς καμιά ελευθερία, ο δεσποτισμός είναι αναγκαστικά ο τρόπος διακυβέρνησης» (Ibid., σελ. 124).

78. Grundrisse, σελ. 165. (Η έμφαση δική μου, Ε.Μ.).

79. Ibid., σσ. 70, 741-742. (Η έμφαση δική μου, Ε.Μ.).

80. Ο τούρκος μαρξιστής ιστορικός Sencer Divitcioglu είναι ο συγγραφέας μιας ενδιαφέρουσας μελέτης, που τιτλοφορείται « Τhe Asiatic Mode of Production and the Underdeveloped Countries» , στην οποία επιχειρεί να κάνει έναν παραλληλισμό (και να χαράξει μια διαχωριστική γραμμή) ανάμεσα στο κράτος κατά την εποχή της παρακμής του ασιατικού τρόπου παραγωγής και στο « κράτος-  φύλακα»   στις υπανάπτυκτες χώρες (προφανώς έχει στο μυαλό του την Τουρκία). Βλέπε Recherches internationales a la lumiere du marxisme, Μάιος-  Ιούνιος 1957, σσ. 277-  293.

81. Grundisse, σ. 375. (Στο Pre-Capitalist Economic Formations, σελ. 67.)

82. Ο K.S. Shelvanker σημειώνει ότι μέχρι και το 18ο αιώνα η γη ήταν ακόμα διαθέσιμη σε αφθονία στην περιοχή του Γάγγη της Ινδίας. (Βλέπε Shelvanker στο Desai, επιμ., Rural Sociology in India, σελ. 149.)

83. Grundrisse, σελ. 397. (Στο Pre-Capitalist Economic Formations, σ. 98).

84. Ibid., σελ. 395. (Στο Pre-Capitalist Economic Formations, σελ. 95).

85. Αντιπαράβαλλε τη σχεδόν ταυτόσημη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε στο έργο Οικονομικά και Φιλοσοφικά χειρόγραφα: «Ο άνθρωπος παράγει τον εαυτό του». Man makes Himself είναι ο τίτλος μιας εξαιρετικής σύνοψης της προϊστορίας και της αρχαίας ιστορίας που γράφτηκε από τον αείμνηστο Gordon Childe.

86. Grundrisse, σελ. 395. (Στο Pre-Capitalist Economic Formations, σελ. 96.)

87. Ibid., σελ. 387. (Στο Pre-Capitalist Economic Formations, σελ. 84.)

88. Σύγκρινε, για παράδειγμα, την Εισαγωγήτου Francois Perroux στην έκδοση των έργων του Marx από τη σειρά Pleiade, Oeuvres  EconomieI, σελ. 22: «Ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος του απώτατου κομμουνισμού είναι άνθρωπος μόνο με την κοινωνική έννοια, στην ολικότητα που εγκαθιδρύει η κομμουνιστική κοινωνία. Το άτομο αντικειμενοποιείται μέσα και μέσω της ένταξης του σ’ αυτή την κοινωνία«. Παρομοίως στη σελίδα 23: «Αυτός ο άνθρωπος που έχει γίνει πραγματικά ο εαυτός του μέσα και μέσω του κοινωνικού συνόλου, αυτός ο άνθρωπος ο οποίος παραμένει πραγματικά ο εαυτός του μόνο μέσα και διαμέσου της κοινωνικής συνολικότητας, δεν περιγράφεται ως ένα γνήσιο και μοναδικό υποκείμενο, αληθινά ικανό για ελεύθερη δραστηριότητα και ελεύθερο λόγο. Δεν είναι στην πραγματικότητα ο εαυτός του μέσω του μη κατακτήσιμου αυθορμητισμού του μυαλού του, της πηγής της προσωπικής του δραστηριότητας και έκφρασης, αλλά μέσω τηςσυμμετοχής του στο κοινωνικό σύνολο: μόνο μέσα και διαμέσου αυτής της συνολικότητας έχει γίνει και μπορεί να συνεχίσει να είναι άνθρωπος «.

Η παραπομπή από τα Grundrisse, την οποία μόλις έχουμε παραθέσει, δείχνει πόσο λίγο η εικόνα του «σοσιαλιστικού ανθρώπου» ή του «κομμουνιστικού ανθρώπου» που ζωγραφίζει ο Perroux, αποδίδοντάς την στον Marx, ανταποκρίνεται στην πραγματική αντίληψη του Marx. Αντίθετα, ο Marx  αποδίδει στην μελλοντική κοινωνία το καθήκον της εξασφάλισης «της ελεύθερης ανάπτυξης των ατομικοτήτων», η οποία είναι, πραγματικά, μια «καλλιτεχνική, επιστημονική, κλπ.» ανάπτυξη (Grundrisse, σελ. 593). Αυτό το απόσπασμα  όπως εκείνο των σελίδων 599-600 όπου η ιδέα αυτή πήγαινε παραπέρα σε μια συζήτηση για την ανταποδοτική δράση του «ελεύθερου χρόνου», η οποία μετασχηματίζει τον άνθρωπο σε «άλλο υποκείμενο», ικανό να πειραματίζεται και να δημιουργεί ελεύθερα, και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δείχνει πόσο αντίθετη στην αλήθεια είναι μια άλλη ιδέα του Perroux (σελ. xvii), σύμφωνα με την οποία ο Marx θεωρεί ότι «ένας μικρός αριθμός ειδικών στις μηχανές» θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμα και στην κομμουνιστική κοινωνία.

89. Κάτι τέτοιο δεν έρχεται καθόλου σε αντίθεση με την έκτη από τις Θέσεις του Marx για τον Feuerbach, η οποία διευκρινίζει ότι «η ανθρώπινη ουσία δεν αποτελεί μια αφαίρεση, η οποία είναι σύμφυτη στο κάθε ξεχωριστό άτομο. Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσων». Αυτό που σημαίνει κάτι τέτοιο είναι, επί της ουσίας, ότι οι απείρως πλουσιότερες κοινωνικές σχέσεις θα κάνουν δυνατό για τον σοσιαλιστικό άνθρωπο να επιβεβαιώσει τον εαυτό του.

Πηγή : http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=554

Αναδημοσίευση από Εργατικό περιοδικό Praxis

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s