Για μια διαλεκτική των φτωχών


Αδύνατον να προβλεφθούν οι μικρές στιγμές , τα εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες “μικρογεγονότα” που διαμεσολαβούν τον πολιτικό χρόνο, -και διαμεσολαβούνται από αυτόν- μέχρι την τελική και ταυτόχρονα αφετηριακή ρήξη, του απερχόμενου με το επερχόμενο. Η μόνη ασφαλής πρόβλεψη είναι αυτή που σχετίζεται με την στρατηγική. Μόνο μέσα από την οπτική της στρατηγικής είναι δυνατόν να διακρίνουμε έστω πρωτόλεια, την μορφή του επερχόμενου μέλλοντος.

Ο πολιτικός χρόνος δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποιο ιδιόμορφο “ωρολόγιο πρόγραμμα”, όπου σε κάθε χρονική στιγμή του, μπορεί να αντιστοιχηθεί ένα συγκεκριμένο γεγονός ή μια συγκεκριμένη δράση που θα προκαλέσει, ένα ντετερμινιστικά αναμενόμενο γεγονός. Έλλογα λοιπόν, ο πολιτικός χρόνος είναι κυρίως ξεκούρδιστος, άναρχος , αντιφατικός, γελοιοποιώντας με τρόπο τραγικό, κάθε θεώρηση που τον κατανοεί μονοδιάστατα προσθετικά, ή μονόδρομα αφαιρετικά.

Επιπλέον, τα επιμέρους “μικρογεγονότα” που δεν είναι εφικτό να προσδιοριστούν ουσιαστικά και μορφολογικά πριν ακόμη συμβούν, δεν υποτάσσονται γραμμικά στην στρατηγική επιδίωξη. Στην όποια στρατηγική επιδίωξη. Αν και η τελευταία αποτελεί την πυξίδα, και τον καθοριστικό προσδιοριστικό παράγοντα της ποσότητας και της ποιότητας των επιμέρους δράσεων ή γεγονότων που σχετίζονται με αυτή.

Η στρατηγική βρίσκεται σε άμεση διαλεκτική όσμωση με τον πολιτικό χρόνο. Είναι η ποιότητα και η φύση της στρατηγικής που δρα διασταλτικά ή συσταλτικά ως προς αυτόν, και της οποίας τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά γεννήματα, αποκτούν “πρόσωπο” μέσα στα δυναμικά όρια του πολιτικού χρόνου.

Αν προσχωρήσουμε στην παραδοχή ότι η αμετάκλητα έλλογη στρατηγική από την σκοπιά του κόσμου της εργασίας, εκφέρεται μέσω της αναγκαιότητας επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλισμού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα της συγκεκριμένης μορφής που μπορεί να λάβει η επαναστατική στρατηγική, σε αντιδιαστολή προς μια επιδερμική ανάλυση που -ψευδώς- ενδέχεται να την θεωρήσει, ως αυτονόητη και αδιαμφισβήτητα μοναδική.

Διττή είναι η κυρίαρχη απόπειρα ιστορικής έκφρασης της επαναστατικής στρατηγικής. Η πρώτη αφορά στην αέναη επάνοδο του μεταφυσικού προτάγματος της “ιδανικής στιγμής” της “σωστής ώρας”,που εγκλωβίζεται σε μια διηνεκής αναμονή, και η δεύτερη στην έκφραση μιας μονότονα ίδιας σε κάθε καμπή της ιστορικής εξέλιξης “επαναστατικής ανυπομονησίας”, που εξαντλείται σε ένα “ιερό” βερμπαλισμό, εξαντλώντας ταυτόχρονα, τους πόρους μετουσίωσης της επαναστατικής στρατηγικής, σε υλική πραγματικότητα.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις σχετίζονται -με τρόπο οργανικό-, με την μαρξική αντίληψη περί τάξεων με τρόπο έκδηλα εκφυλιστικό γι αυτήν, καθώς αποτελούν παράγωγα απόνερα, μιας χυδαίας και αν-ιστορικής στα μέσα, και διαλεκτικά φτωχής στους σκοπούς, ερμηνευτικής προσέγγισης της μαρξικής θεωρίας.

Πρώτο μέλημα, να αφαιρέσουμε την “μοράβια” που έχει καλύψει την μαρξική θεώρηση περί τάξεων, ευτελίζοντάς την σε ένα στατικό ερμηνευτικό μοντέλο, που εγκαλεί την πραγματικότητα σε προσαρμογή.

Δεύτερο μέλημα, να απαλλαγούμε από την “σκουριά” ενός θεολογικού μαρξισμού, απόκοσμου, μυστικιστικού, απρόσιτου και ανοίκειου, για τον κόσμο της εργασίας.

Τρίτο μέλημα, να αναμοχλεύσουμε τους όρους της πολιτικής επανάστασης, ως μιας ζωντανής, συγκρουσιακής διαδικασίας, με “κοινωνική ψυχή”.

Οι κυρίαρχες -αν και όχι οι μοναδικές- τάξεις στον καπιταλισμό, υφίστανται μόνο μέσω της σύγκρουσής τους. Μιας σύγκρουσης βαθιά ιστορικής, φτιαγμένη από υλικά ανθρώπινα, που γεννάται στους κόλπους της παραγωγικής διαδικασίας αλλά δεν ολοκληρώνεται στην σφαίρα της οικονομίας. Αντίθετα ολοκληρώνεται και αναδημιουργείται διαρκώς, διαχεόμενη στην ολότητα του κοινωνικού και πολιτικού πεδίου. Ταυτόχρονα η τάξη ως κοινωνική σχέση, δεν εκφράζει με τρόπο απόλυτο και συμπαγή, ένα ενιαίο και κοινό στο περιεχόμενο και την μορφή συμφέρον, αλλά μια ενότητα αντιθέτων, αποκρυστάλλωμα της άοκνης σύγκρουσης που διεξάγεται, στο εσωτερικό της κάθε τάξης.

Δεν πρόκειται δηλαδή για δύο κοινωνικά παγόβουνα, συμπαγή και διαυγή που αντλούν την δυναμική τους μονόδρομα μόνο μέσω της εσωτερικής τους σύγκρουσης, καθώς οι αντιθέσεις που πραγματώνονται στο εσωτερικών των τάξεων αποκρυσταλλώνονται με τρόπο δυναμικό, τόσο στους ποσοτικούς όσο και στους ποιοτικούς όρους της σύγκρουσής τους.

Μια πραγματικότητα που αφορά -με διαφορετικό τρόπο- τόσο στην αστική τάξη όσο και στην εργατική. Αυτή η οπτική, μας οδηγεί στην παραδοχή ότι η διαιώνιση ή η κατάρρευση της καπιταλιστικής κυριαρχίας, όπως και η υποταγή ή η χειραφέτηση της εργατικής τάξης από αυτήν, “δεν είναι γραμμένες στα άστρα”, αλλά προκύπτουν ή αναστέλλονται, από την δράση του υποκειμένου ένθεν κακείθεν, όπως και από την ποιότητα της σχέσης των αντικρουόμενων στρατηγικών, με την δυναμική του πολιτικού χρόνου. Σε κάθε περίπτωση το μόνο που μπορεί να προβλεφθεί είναι το αναπόφευκτο της σύγκρουσης. Σε καμία περίπτωση η έκβαση αυτής.

Ακριβώς γιατί, δεν μπορεί να προβλεφθεί με τα επιστημονικά εργαλεία της φυσικής ή των μαθηματικών, η μετάβαση της εργατικής τάξης από τάξη “ως τέτοια” σε τάξη “για τον εαυτό της”. Η δρασκελιά από την υποταγή στην χειραφέτηση, μπορεί να ιδωθεί μόνο ως ιστορική πιθανότητα ή ακόμη ως κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα. Σίγουρα όχι όμως, ως τελεολογική εκπλήρωση, μιας κάποιας ιστορικής αποστολής.

Η ταξική θεολογία σε σχέση με τον αποστολικό ρόλο της εργατικής τάξης, αποτελεί το καρκίνωμα που έχει προσβάλλει τα κύτταρα του μαρξισμού, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα έκφρασης ενός μαρξισμού ζωντανού, ανθρώπινου, απαλλαγμένου από τα λύματα του οικονομισμού, απελευθερωμένου από τα δεσμά του πρωτόγονου θετικισμού.

Η εργατική τάξη δεν φέρει την ευθύνη να πραγματώσει την έλευση του κομμουνιστικού ιδεώδους. Έχει ωστόσο την δυνατότητα να συμβάλλει, ώστε να απελευθερωθούν όλες εκείνες οι δυνάμεις του νέου κόσμου, που κυοφορούνται στα σπλάχνα μιας κοινωνίας, που αποσαθρώνεται, υπό το βάρος των αντιφάσεών της.

Ας απαλλάξουμε λοιπόν, τον κόσμο της εργασίας , από το “προπατορικό αμάρτημα” της ανεκπλήρωτης αποστολής, για να απαλλαγούμε επαγωγικά, τόσο από τον “μαρξισμό” της υπομονετικής πειθαρχίας όσο και από τον “μαρξισμό”, της ατελέσφορης ανυπομονησίας.

Ίσως έτσι οδηγηθούμε από την φτωχή διαλεκτική της διαρκούς υποχώρησης, σε μια απελευθερωτική διαλεκτική των φτωχών. Από τους φτωχούς. Για τους φτωχούς. Στην ανάδειξη ενός μαρξισμού ζωντανού, σφριγηλού σε αέναη κίνηση, σε ρήξη με την βαλτώδη κοινότυπη ορθοδοξία ενός οικονομικού ντετερμινισμού που απομυζά τον μαρξισμό από κάθε επαναστατικό του ιστό , από κάθε απελευθερωτικό του κύτταρο.

Μια βασική αιτία που ο μαρξισμός έχει περιέλθει σε μια κατάσταση χειμερίας νάρκης, αποστεωμένος, αφυδατωμένος και προς ικανοποίηση των ορκισμένων εχθρών του, ακίνδυνος. Ακίνδυνος για την διασάλευση της κανονικότητας ενός συστήματος που αντλεί και ανανεώνει την εξουσία του από την εκμετάλλευση των φτωχών αυτού του κόσμου.

Ο γεωμετρικός και απόλυτος εκφυλισμός. Καθώς κλειδώσαμε τον μαρξισμό σε κομματικά γραφεία και σε ακαδημαϊκές αίθουσες, υποκύπτοντας είτε σε έναν εργαλειακό οικονομισμό είτε σε ένα θετικιστικό ακαδημαϊσμό. Ωστόσο ο μαρξισμός δεν είναι ούτε κομματική φόρμουλα διαχείρισης της ήττας του εργατικού κινήματος, ούτε εξεταστέα ύλη εξαμήνου. Όσο παραμένει εγκλωβισμένος σε αυτόν τον διττό κλειστό ορίζοντα, τόσο μετατρέπεται σε ηθικοπλαστική αναπόληση μιας ανεφάρμοστης τελεολογικής διδαχής.

Ο Marx υπήρξε για τους φτωχούς , ότι υπήρξε ο Παύλος για τους χριστιανούς. Χωρίς τον Παύλο, δεν θα υπήρχε χριστιανισμός. Θα είχε ξεχαστεί κάτω από τόνους αποκαΐδια ανθρώπινης ιστορίας.

Χωρίς τον Marx, δεν θα είχε ανοίξει, ένα παράθυρο απελευθέρωσης των φτωχών, από ένα κόσμο φυλακή , από μια κοινωνία καταναγκαστικής εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα με το προσωπείο που αυτή η εκμετάλλευση σε κάθε χρονική συγκυρία λαμβάνει.

Ποτέ ίσως, οι πιο μύχιες πλευρές της καπιταλιστικής καθημερινότητας, δεν θα ερχόταν στο φως, και δεν θα υπόκεινταν στην πιο σκληρή, μεθοδική και λεπτομερή κριτική αν δεν το έπραττε ο Karl Marx. Το παράθυρο άνοιξε. Και παραμένει ανοικτό. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί στ΄ αλήθεια να προβλέψει αν το άνοιγμα που δημιουργήθηκε, είναι αρκετό για να συντριβεί το οικοδόμημα, που συμπιέζει τον ιστορικό ορίζοντα στα πεπερασμένα όρια του παραθύρου.

Ο καπιταλισμός δεν θα παραδώσει τα κλειδιά της ιστορίας. Δεν θα καταρρεύσει από το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων. Η εξουσία δεν θα δοθεί ως ώριμο φρούτο στα λεπτεπίλεπτα χέρια των “μαρξιστών” της αιώνιας αναμονής. Η ανατροπή του καπιταλισμού δεν θα επέλθει ως ένα στεγνό οικονομικό γεγονός. Δεν θα επρόκειτο για μια χρεοκοπία με όρους οικονομίας. Αλλά για μια ριζική ανατροπή με όρους πολιτικής. Αν επέλθει. Αν συμβεί. Όποτε και αν συμβεί.

Η ανατροπή του καπιταλισμού είναι μια εν δυνάμει κοινωνική και πολιτική εξέλιξη. Η ανάδειξη του μαρξισμού και του κομμουνιστικού προτάγματος ως ενεργού αντίπαλου δέους, συνιστά επίσης μια ζωντανή σε διαρκή κίνηση κοινωνική και πολιτική διαδικασία, που επιδρά κι επηρεάζεται καθοριστικά, από την ροή της ανθρώπινης ιστορίας. Μόνο μέσα στους κόλπους της ανθρώπινης ιστορίας, και σε διαρκή σύγκρουση με τα περιεχόμενα και τις μορφικές εκφορές του καπιταλιστικού υποδείγματος, μπορεί να αναδυθεί ως καθολικά εναλλακτική ιστορική επιλογή.

Αλλά ποιος μαρξισμός ; Ποιος απ ‘ όλους τους μαρξισμούς ;

Ας περπατήσουμε ανάποδα. Ας απαλλαγούμε καταρχήν από τους επιτυχημένους μαρξισμούς. Από αυτούς που υπερκάλυψαν τα παραγωγικά πλάνα, έδωσαν ντουζίνες μεταλλείων παραγωγικότητας, φιλοδώρησαν την ιστορία με πληθώρα ενδιάμεσων σταδίων, όπως και με ποικίλες εκδοχών λαϊκών και εθνικοπατριωτικών μετώπων.

Ας απαλλαγούμε ταυτόχρονα, από τους “μαρξισμούς” της ρεαλιστικής ενσωμάτωσης στα όρια της καπιταλιστικής πραγματικότητας, που επιχειρείται η τεχνητή διαστολή τους, η οποία ωστόσο, αναπόφευκτα επιστρέφει ως συντριπτική συστολή, αποδεικνύοντας την εκκωφαντική μεταφυσική ενός ρεαλισμού, που εκφυλίζει τον μαρξισμό σε απολογία ήττας, σε δήλωση παραίτησης, από το διηνεκές του απελευθερωτικού του ορίζοντα που καθοριστικά, τον ορίζει.

Ας κάνουμε την επιλογή μας λοιπόν. Αναφερόμαστε σε ένα μαρξισμό επίγειο, σε έναν μαρξισμό επαναστατικό στα μέσα και στους σκοπούς του. Έναν μαρξισμό που δεν επαγγέλλεται το αναπόφευκτοόπως ακριβώς, δεν υποκλίνεται στο εφικτό. Έναν μαρξισμό που ανυψώνεται εκτός των πλαισίων είτε μιας αναπόδραστης έλευσης, είτε μιας ανώφελης απόπειρας επιφανειακής διάτρησης, του δοθέντος πλαισίου της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Η επιλογή είναι, ένας μαρξισμός εν δυνάμει.

Καθώς ο μαρξισμός δεν προτάσσει την κομμουνιστική επιλογή ως ιδεώδη πλατωνική πολιτεία. Ως μια καλοκουρδισμένη και καλολαδωμένη μηχανή, όπου ο εργάτης θα παγιωθεί στην ιστορική μορφή του χειριστή της παραγωγικής διαδικασίας σε όλες τις φάσεις που η τελευταία διανύει. Αντίθετα, ο κομμουνισμός παραμένει διακύβευμα ως κοινωνική, πολιτική και οικονομική πιθανότητα, στον βαθμό που η ιστορική φιγούρα του εργάτη, απονεκρώνεται , μαραίνεται, αποβάλλοντας από το σώμα του, τα νεκρά κύτταρα της καπιταλιστικής προϊστορίας, που τον έλκουν, σε μια αέναη και τραγική επιστροφή, στην διαρκή αποξένωση από τα μέσα παραγωγής, από το προϊόν της εργασίας του, και τελικά, από την ίδια την ουσία της εργασίας του.

Κατεδάφιση λοιπόν εκ θεμελίων, της “μαρξιστικής” εκδοχής του “Πύργου” του Κάφκα.

Αποκαθήλωση χωρίς δισταγμούς της μαρξίζουσας εικονολατρίας, στους σιδερένιους νόμους της ιστορίας, που αποδεικνύονται τόσο ρευστοί και τόσο ευμετάβλητοι, όσο και η ίδια η ανθρώπινη ιστορία.

Ταυτόχρονα ένα σημαντικό ακόμη βήμα πρέπει να γίνει. Απόλυση και εξοστρακισμός των επαγγελματιών, ώστε να δημιουργηθούν οι όροι και προϋποθέσεις ανάδειξης των επαναστατών, στο κέντρο της κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης με το όλον της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Μόνο η ρήξη και ο διαχωρισμός, με τον “μαρξισμό της μέλισσας”, ώστε να αναδυθεί ένας μαρξισμός του ανθρώπου, μπορεί να δώσει την δυνατότητα η ιστορία της ανατροπής της καπιταλιστικής κυριαρχίας να γραφεί από πραγματικούς ανθρώπους. Από ανθρώπους που θα μπορούν εν δυνάμει, να υπερβούν το όριο του καπιταλιστικού κανονιστικού πλαισίου, ξεπερνώντας τον φόβο και την υποταγή όχι μόνο στην βία της ηγεμονικής εξουσίας, αλλά κυρίως στο πλέγμα των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών σχέσεων που λειτουργούν ως τροχοπέδη, στο να σκεφτούν έστω και πρωτόλεια την κοινωνική πραγματικότητα, σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα που ήδη γνωρίζουν.

Από αυτή την επίπονη διαδικασία είναι δυνατόν να προκύψουν οι νέες επαναστατικές δυνάμεις, που απαγκιστρωμένες από την ιερή φετιχοποίηση της καπιταλιστικής μοναδικότητας, θα οδηγηθούν στην προταγματική επιδίωξη, μετουσίωσης της ταξικής αυτοσυνειδησίας σε όρο απελευθέρωσης από τις υλικές προϋποθέσεις που την συγκροτούν ιστορικά, ώστε να μετατραπούν σε φορείς ενός “μαρξικού κομμουνισμού” που θα υποτάσσει και δεν θα υποτάσσεται στην χρήση και στην χρησιμότητα των παραγωγικών δυνάμεων, μη αποτελώντας σπονδή, στην αστική θεότητα της αέναης παραγωγικότητας, που θα στέκεται με οξύ κριτικό πνεύμα απέναντι στα τεχνολογικά και επιστημονικά “θαύματα” του καπιταλισμού αποκαλύπτοντας ότι, ότι δημιουργήθηκε και ότι θα δημιουργηθεί, ήταν και θα είναι αποτέλεσμα της αστείρευτης δύναμης και του ανείπωτου πόνου του κόσμου της εργασίας, που θα θέτει τελικά το κομμουνιστικό πρόταγμα ως παρούσα επωάζουσα διαδικασία που ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαβεί τον Ρουβίκωνα του ανέφικτου προς τον ορίζοντα του υπαρκτού.

Κάθε στιγμή , μπορεί να είναι η στιγμή που οι βεβαιότητες θα καταρρεύσουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια, των “φαρισαίων” του “μαρξιστικού” μεσσιανισμού. Κάθε στιγμή , μπορεί να είναι η στιγμή που η διαλεκτική των φτωχών – μόνο μια τέτοια διαλεκτική έχει αξία- μέσα από ένα κυκεώνα υποχωρήσεων, ηττών, και διαψεύσεων, θα εμφανιστεί στο προσκήνιο της ιστορίας, ψιθυρίζοντας με φωνή εκκωφαντική, πως ο μαρξισμός είτε θα εκφράσει την αποσυνάγωγη εργατική πλειοψηφία με τρόπο επαναστατικό στα μέσα και στους σκοπούς του, είτε δεν θα υπάρξει ποτέ.

Τα λόγια του Karl Marx αποτελούν το ιδανικό επιστέγασμα ενός επαναστατικού μαρξισμού, που επιστρέφει πάντα στο υποκείμενο της ιστορίας, που είναι για τους μαρξιστές η αναβλύζουσα πηγή – η μόνη πηγή- κάθε επαναστατικής δυνατότητας :

“Η κοινωνική επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν μα μόνο από το μέλλον. Δεν μπορεί να αρχίσει από τον ίδιο τον εαυτό της αν δεν σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις για να θολώσουν το περιεχόμενο τους. Η επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα πρέπει να αφήσει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο. Εκεί η φράση ξεπερνάει το περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο ξεπερνά την φράση”.

Αν στην θέση του 19ου αιώνα τοποθετήσουμε τον 21ο, έχουμε ήδη στα χέρια μας “τον μηχανισμό των αντικυθήρων” , για την επαναθεμελίωση ενός μαρξισμού όπου αναγκαιότητα και δυνατότητα, εκβάλουν από την ίδια ιστορική μήτρα. Αυτή της διαρκούς επαναστατικής διαδικασίας, ως διηνεκούς και κοινωνικά άοκνης δυναμικής αλληλουχίας, προϋπόθεση μιας αέναης απελευθέρωσης του κόσμου της εργασίας, από την στεγνή γραμμικότητα, της “σισύφειας τραγωδίας”.

του Χρήστου Μιάμη
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s