Θεσσαλονίκη: Συζήτηση με γυναίκες πρόσφυγες στην παλιά Σόφτεξ “Δεν ζούμε πια, αντιμετωπίζουμε έναν καθημερινό εφιάλτη!”


Στον στεγασμένο χώρο στο παλιό κτίριο της Σόφτεξ ζουν στις σκηνές πάνω από χίλιοι άνθρωποι στοιβαγμένοι κυριολεκτικά, αφού οι σκηνές είναι κολλημένες η μία στην άλλη, με κάποιους διαδρόμους κατά διαστήματα. Ο χώρος τριγύρω είναι στρωμένος με πέτρες, τέτοιες που πονάνε οι πατούσες ακόμη και αν περπατάς με αθλητικά. Οι πρόσφυγες περπατούν με σαγιονάρες ή με πολύ φθαρμένα παπούτσια.

Ουρές ωρών για τρία γεύματα και αυτά τα ίδια συνεχώς και ανεπαρκή. Ποδοπατούν την αξιοπρέπεια, νιώθεις ακόμη μια φορά πόσο η ζωή σου δεν ενδιαφέρει κανέναν. Οι ιμπεριαλιστές και οι τοπικές αντιδραστικές δυνάμεις σε βομβαρδίζουν στο σπίτι σου και συνεχίζουν να το κάνουν στο δρόμο για την προσφυγιά, σου φράζουν τα σύνορα και είσαι ανεπιθύμητος παντού. Μετά η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ΟΗΕ μιλάνε για τα πόσα δισ. ευρώ ξοδεύουν για τους πρόσφυγες, σε κλείνουν στα κουφάρια των εργοστασίων και παλιών κτιρίων και πρέπει να είσαι ευγνώμων που ζεις…

Τα παιδιά περιφέρονται ανάμεσα στις σκηνές, νιώθουν άσχημα, θέλουν να δείξουν πως ήταν και αυτά σαν εσένα, ότι είχαν σπίτι, είχαν ζωή. Η οκτάχρονη κόρη της Ντερσίμ και του Χασίμ, την ώρα που μιλούσαμε με τους γονείς, ζήτησε το κινητό, μπήκε στη σκηνή, ήρθε σε λίγο και έδειξε τη φωτογραφία του γάμου των γονιών, το ωραίο νυφικό, το γαμπριάτικο κοστούμι, οι παππούδες, οι θείοι με τα καλά τους στο στολισμένο σαλόνι. Η κίνηση δεν είχε λόγια, ήταν όμως η σιωπή που κραύγαζε «είμαστε και εμείς σαν εσάς»!

Στην τελευταία επίσκεψή μας η Ντερσίμ και η Μαράμ δέχτηκαν να μιλήσουν για την εφημερίδα μας.

Ντερσίμ, ποιο ήταν το δρομολόγιο της προσφυγιάς;

Ντερσίμ: Είμαι Κούρδισσα και 4 χρόνια πρόσφυγας. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Ροζάβα. Ζούσαμε με τη δουλειά μας, όπως όλοι οι εργάτες, φτωχικά. Το 2011 άρχισαν οι επιθέσεις του Άσαντ εναντίον της Ροζάβα. Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος στη Συρία, μας επιτέθηκαν ο Άσαντ, η Χεζμπολάχ και ο ISIS. Φύγαμε από τη Ροζάβα πρόσφυγες στο Ντουχόκ, στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Αν και πρόσφυγες, είχαμε δουλειά. Δεν άργησαν όμως οι επιθέσεις του ISIS (Σενγκάλ, Μοσούλη, Ντουχόκ). Πάλι στο δρόμο. Τέσσερα μερόνυχτα περπατήσαμε, τα πόδια των παιδιών γέμισαν φουσκάλες, φτάσαμε στην Τουρκία. Από εκεί με βάρκα στην Ελλάδα, για να πάμε στη Γερμανία σε συγγενείς. Μάθαμε ότι έκλεισαν οι πόρτες παντού. Μείναμε στην Ειδομένη. Βρήκαμε πολλή συμπαράσταση από απλούς ανθρώπους της περιοχής. Το κράτος έκλεισε την Ειδομένη και μας έφεραν εδώ, στη Σόφτεξ. Μας είπαν ότι θα πάμε σε οργανωμένο χώρο, αλλά βλέπετε πώς είμαστε…

Πώς βλέπεις τα πράγματα στην πατρίδα;

Ντερσίμ: Ακούμε από τους συγγενείς και τους φίλους. Όλοι παλεύουν να αφανίσουν τους Κούρδους και να είμαστε χωρίς πατρίδα, χωρίς γλώσσα, χωρίς γραφή. Δεν σταματάνε οι βομβαρδισμοί. Αμερικάνοι, Ρώσοι, Συρία, Τουρκία, ISIS, όλοι βομβαρδίζουν. Σκοτώνεται κόσμος, καταστρέφονται πόλεις και χωριά και δημιουργούνται νέοι πρόσφυγες. Όλη η Συρία είναι κατεστραμμένη. Σ’ όλη τη Μέση Ανατολή γίνεται πόλεμος.

Τι προβλήματα αντιμετωπίζετε εδώ;

Ντερσίμ: Μικρός χώρος, πολλοί άνθρωποι, γιατρός μέχρι τις 5, τα παιδιά δεν έχουν τι να κάνουν. Αν μας έδιναν τα υλικά και μαγειρεύαμε, θα έβγαινε πολύ φθηνά σε σχέση με το φαγητό που μας προσφέρουν. Μας δίνουν το ίδιο φαγητό σχεδόν κάθε μέρα. Μια φορά την εβδομάδα λίγο κρέας. Το σχολείο το είδατε, πόσα παιδιά χωράει, τι μαθήματα μπορούν να γίνουν εκεί;

Είσαι έγκυος και σε λίγους μήνες θα γεννήσεις. Υπάρχει καμιά μέριμνα για εσάς που είστε πολύτεκνη οικογένεια και θα έχετε ένα ακόμη μωρό;

Ντερσίμ: Όχι, οι συνεντεύξεις γίνονται με τη σειρά, ειδοποιείσαι για την ημερομηνία. Η δική μας η σειρά έρχεται αφού γεννήσω. Η σκηνή θα είναι το πρώτο σπίτι του παιδιού μας.

Φύγατε από τον πόλεμο με το όνειρο της Ευρώπης, τώρα τι λες για την Ευρώπη;

Ντερσίμ: Έλεγε ο μπαμπάς μου για την Ελλάδα και την Ευρώπη ότι έχουν δημοκρατία, έχει δουλειές, οι γυναίκες έχουν προστασία και τα παιδιά ακόμη μεγαλύτερη. Τώρα ξέρω ότι στο όνομα και στις πλάτες των προσφύγων πολλοί είναι αυτοί που θησαυρίζουν. Στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη η φτώχεια, βλέπω τα παιδιά που δουλεύουν εδώ και καθαρίζουν το χώρο, είναι παιδιά με πτυχία, μορφωμένα, στενοχωριέμαι και ντρέπομαι.

Οι συμφωνίες αυτών που προκαλούν τους πολέμους, αυτών που βομβαρδίζουν, δηλαδή των ιμπεριαλιστών, δείχνουν ότι οι περισσότεροι θα μείνετε εδώ. Τι νομίζεις ότι πρέπει να γίνει;

Ντερσίμ: Πρώτα πρέπει να είμαστε κάπου ασφαλείς, σε ένα σπίτι, να μπορούμε να δουλέψουμε, να πληρώσουμε το νοίκι, το φαγητό, το ρεύμα. Πρέπει να κινηθούμε, να τα απαιτήσουμε. Κάναμε τέσσερις διαδηλώσεις, πήγαμε σε όλες οικογενειακώς, κάναμε αποχή από το συσσίτιο, δεν είχε μεγάλη συμμετοχή, ούτε κόσμο από τη Θεσσαλονίκη. Πολλοί απογοητεύτηκαν, δεν θέλουν να ξαναβγούν. Αν μπορούσαμε να κάναμε διαδήλωση όλοι μαζί, κάτι μπορεί να καταφέρναμε.

Και εμείς, Ντερσίμ, έτσι το λέμε και φωνάζουμε το σύνθημα «Οι μετανάστες είναι της γης οι κολασμένοι, Έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι» και δίπλα στους μετανάστες είναι και οι πρόσφυγες. Και αυτό πρέπει να το οργανώσουμε για να δούμε αποτελέσματα. Σε ευχαριστούμε.

Η Μαράμ είναι 23 ετών, προσφυγοπούλα από τη Συρία, μητέρα 3 παιδιών και μένει εδώ και πέντε μήνες στο στρατόπεδο της Σόφτεξ με την οικογένειά της. Ο άντρας της έχει απαχθεί από τη συριακή κυβέρνηση και είναι αγνοούμενος εδώ και πέντε χρόνια. Η Μαράμ τον θεωρεί νεκρό.

Από ποια πόλη κατάγεσαι και τι συνθήκες επικρατούσαν εκεί την περίοδο που αποφάσισες να φύγεις;

Ζούσαμε με την οικογένειά μου στη Δαμασκό. Εκεί είχαμε πολύ καλή ζωή, μεγάλο σπίτι, χρήματα, τα πάντα. Οι δύο αδελφές μου σπούδαζαν, η μεγαλύτερη στη σχολή της Ιατρικής. Εγώ δεν σπούδασα, παντρεύτηκα. Ο μεγάλος αδελφός έφυγε νωρίς για να δουλέψει σεφ στη Γερμανία. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα 20 χρόνια, τώρα κοίταξέ την (δείχνει μια ταλαιπωρημένη γυναίκα), μαραζώνει κάθε μέρα. Αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε τη Συρία πριν από 3 χρόνια, όταν ο πόλεμος κατέστρεψε το σπίτι μας. Ήταν φριχτά και δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο εκεί. Ρωσία, Ιράν, Χεζμπολάχ, όλοι ανακατεύτηκαν στη ζωή μας.

Και οι Αμερικάνοι; Η Ευρώπη;

Φυσικά και αυτοί. Αυτοί είναι παντού. Η Ευρώπη νομίζαμε ότι είναι ισχυρή, κάποιοι έλεγαν ότι έχει τη δύναμη να σταματήσει τον πόλεμο. Φυσικά, τίποτα από αυτά που σκεφτόμασταν τότε δεν βγήκαν αληθινά. Εμείς περιμέναμε να βρούμε καταφύγιο και κανονική ζωή στην Ευρώπη. Όμως εδώ έγινε χειρότερη κόλαση για εμάς.

Ποια πιστεύεις ότι είναι η αιτία για όσα συμβαίνουν;

Κανείς σήμερα δεν ξέρει ποιος φταίει. Στο ερώτημα αυτό, δεν ξέρουμε την απάντηση.

Πώς φτάσατε μέχρι την Ελλάδα;

Από τη Συρία περάσαμε στην Τουρκία. Εκεί μείναμε για 2 χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Επειδή οι παππούδες μου ήταν Τουρκμένοι, ξέραμε καλά τη γλώσσα και προσπαθήσαμε να εγκατασταθούμε. Στην αρχή οι Τούρκοι μάς φοβόντουσαν και μας θεωρούσαν ανεπιθύμητους. Αργότερα αγάπησαν τους Σύρους για τη δουλειά που πρόσφεραν. Δούλεψα σκληρά στην Τουρκία και κουράστηκα πολύ. Δεν μπορούσα να δω τα παιδιά μου, εργαζόμουν από τις 8 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ. Δεν γινόταν να μείνουμε άλλο εκεί. Με πολλές δυσκολίες φτάσαμε στην Ελλάδα, αλλά τα σύνορα είχαν πια κλείσει. Μείναμε στην Ειδομένη για 4 μήνες σε άθλια κατάσταση. Μετά μας έφεραν εδώ. Ξέρουμε ότι οι Έλληνες είναι θυμωμένοι με εμάς, αλλά, πίστεψέ με, κι εμείς δε θέλαμε να φτάσουμε ως εδώ, ούτε να μείνουμε στη χώρα σας. Τώρα ανησυχούμε πολύ για τη ζωή των παιδιών. Πώς θα κρατηθούν τα παιδιά το χειμώνα; Στην Ελλάδα δεν ζούμε καθόλου πια, είναι ένας εφιάλτης!

Τι σκοπεύετε να κάνετε τώρα;

Σκεφτόμαστε να γυρίσουμε πίσω στη Δαμασκό. Ο πόλεμος δεν σταμάτησε, το σπίτι γκρεμίστηκε, αλλά σίγουρα είναι καλύτερα από ό,τι εδώ ή στην Τουρκία που ήμαστε σαν σκυλιά. Πίσω στη Συρία, όσο ζήσουμε θα είναι πιο ανθρώπινα. Ξέρουμε ότι ποτέ ξανά η Συρία δεν θα είναι η χώρα που ήταν. Δεν μπορεί να επανέλθει. Όπως δεν θα επανέλθουν ποτέ το Ιράκ, η Αίγυπτος, ο Λίβανος… Αλλά έχουμε χάσει κάθε ελπίδα στην Ευρώπη.

Όταν καμιά επιλογή δεν είναι ασφαλής, δεν σκέφτεσαι να στυλώσεις εδώ τα πόδια και να απαιτήσεις στέγη, δουλειά και κανονική ζωή;

Το είχαμε συζητήσει αυτό με την οικογένειά μου. Χάσαμε τις ελπίδες μας όταν βγήκαμε στο Γερμανικό Προξενείο και μείναμε μόνοι εκεί μέσα στη νύχτα ώσπου η αστυνομία μάς χτύπησε. Είμαστε θυμωμένοι, αλλά φοβόμαστε πολύ. Εγώ δεν μπορώ να πάρω ξανά τα παιδιά μαζί μου και να προσπαθήσω να βγω στους δρόμους. Αν είχα σπίτι και δουλειά στην Ελλάδα, θα προσπαθούσα να ζήσω εδώ και να προσφέρω. Θα είχα μια ελπίδα. Αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο.

Τη συνέντευξη για την Προλεταριακή Σημαία πήραν η Τ.Γ. και η Φ.Σ.

αναδημοσίευση από Αντίσταση στις Γειτονιές

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s