Paul Mattick: Marx και Keynes


I

Τα κλασσικά οικονομικά, των οποίων η αφετηρία συνήθως ανιχνεύεται στον Άνταμ Σμιθ, βρήκαν την καλύτερη έκφρασή τους, και επίσης το τέλος τους, στον Ντέιβιντ Ρικάρντο. Ο Ρικάρντο, όπως ο Μαρξ έγραψε, “έβαλε ως αφετηρία της ερευνάς του, τον ανταγωνισμό του ταξικού συμφέροντος, των μισθών και των κερδών, των κερδών και της μίσθωσης, λαμβάνοντας αφελώς αυτόν τον ανταγωνισμό ως έναν φυσικό κοινωνικό νόμο. Αλλά από αυτή την αφετηρία, η επιστήμη της αστικής οικονομίας είχε φθάσει στα όρια πέραν των οποίων δεν μπορούσε να προχωρήσει” γιατί μια περαιτέρω κριτική ανάπτυξη, θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο στην αναγνώριση των αντιφάσεων και των ορίων του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής.

Κάνοντας αυτό που δεν μπορούσε πλέον να γίνει από αστούς οικονομολόγους, ο Μαρξ θεώρησε τον εαυτό του ως αληθινό κληρονόμο, καθώς και καταστροφέα, της αστικής οικονομίας.

Η περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας υποστήριξε την άποψη του Μαρξ.

Αν και αστική οικονομία πράγματι δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει, ήταν σε θέση να αλλάξει την εμφάνισή της. Τα κλασικά οικονομικά είχαν τονίσει την παραγωγή και το σύστημα στο σύνολό του. Οι οπαδοί τους τόνισαν την συναλλαγή και την ατομική επιχείρηση. Παρόλο που δεν προέκυψε καμία σοβαρή αμφιβολία στο ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι φυσικό, λογικό και αναλλοίωτο, η πρώτη εμπιστοσύνη στην αστική οικονομία σταδιακά έσβησε από την αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ της φιλελεύθερης θεωρίας και της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η αύξηση των οικονομικών δυσκολιών που συνόδευσε την συσσώρευση του κεφαλαίου ανέπτυξε ένα ενδιαφέρον για τον οικονομικό κύκλο, στους τομείς που σχετίζονται με την ευημερία, την κρίση και την ύφεση. Η νεοκλασική σχολή, της οποίας ο πιο γνωστός υπέρμαχος ήταν ο ‘Αλφρεντ Μάρσαλ, προσπάθησε να μετατρέψει την οικονομία σε μια πρακτική επιστήμη, δηλαδή, να βρει τρόπους και μέσα για να επηρεάσει την κίνηση της αγοράς, αλλά και να αυξήσει τόσο την κερδοφορίας του κεφαλαίου όσο και τη γενική κοινωνική ευημερία. Όμως, η αυξανόμενη διάρκεια και η αγριότητα των υφέσεων, σύντομα μετέτρεψε αυτή τη νέα αισιοδοξία σε ακόμη βαθύτερη απόγνωση, και η στειρότητα της αστικής οικονομικής επιστήμης οδήγησε τους οικονομολόγους, για μια ακόμη φορά, να στραφούν στη λιγότερο ντροπιαστική ασφάλεια της «καθαρής θεωρίας» και της σιωπής των ακαδημιών.

Εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, η αστική οικονομική θεωρία ξαφνικά ανεστήθη εκ νεκρών, με τις «τολμηρές» θεωρίες του Τζον Μέιναρντ Κέινς.

 Κύριο έργο του, “Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τοκισμού και των Χρημάτων”, χαιρετίστηκε ως μια «επανάσταση» στην οικονομική σκέψη και οδήγησε στο σχηματισμό μιας νέας σχολής, των «κεϋνσιανών οικονομικών».

Ενώ οι επίμονοι «ορθόδοξοι» οικονομολόγοι εναντιώνονταν σε αυτή τη νέα σχολή ως “σοσιαλιστική” ή “χειμερική”, οι λεγόμενοι “σοσιαλιστές” προσπάθησαν να συνδυάσουν τον Μαρξ με τον Κέινς, ή μάλλον δέχτηκαν τις Κεϊνσιανές θεωρίες ως τον “Μαρξισμό της εποχής μας”.

Ο σκεπτικισμός του Μαρξ σχετικά με το μέλλον της αστικής οικονομίας, τώρα ερμηνευόταν ως μια αδυναμία ή απροθυμία του να επικρίνει τους κλασικιστές εποικοδομητικά. Για τον Κέινς λεγόταν ότι έκανε τις φιλοδοξίες του Αλφρεντ Μάρσαλ, για μεταρρύθμιση και βελτίωση του καπιταλισμού πραγματικότητα. Αυτές οι προσπάθειες, καθώς και η μεγάλη δημοτικότητα των «Κεϊνσιανών», τόσο γενικά όσο και στους ακαδημαϊκούς κύκλους, αλλά και η επιμονή τους κατά την πρακτική εφαρμογή της οικονομικής αιτιολόγησης τους και η εμφανής πολιτική επιρροή τους, έκανε τη διερεύνηση των ισχυρισμών τους και την επανεξέταση το έργου του αποθανόντος κυρίου τους, υπό το πρίσμα της πραγματικής ανάπτυξης και της αναγνωρίσιμης τάση της σημερινής κοινωνίας, προτεινόμενη και ενδιαφέρουσα. Αυτό προκαλεί για μια σύγκριση της κεϋνσιανής με την μαρξική άποψη.

II

Μέχρι τη δημοσίευση της Γενικής Θεωρίας, ο Κέινς θεωρήτο ως οικονομολόγος της νεοκλασικής σχολής, της οποίας η ακραία γλώσσα ήταν επίσης και η δική του.

Οι οικονομική κατηγορίες ήταν στολισμένες με ψυχολογικούς όρους, οι οποίες, υποτίθεται, προέρχονταν από την «ανθρώπινη φύση». Οι ατομικές προσδοκίες και απογοητεύσεις καθορίζουν την οικονομική ζωή και ο Κέινς μίλησε ακόμη και για τα πλουτοπαραγωγικά και φιλοχρήματα ένστικτα των ατόμων ως την κύρια κινητήρια δύναμη της οικονομικής μηχανής.

Πίστευε πώς πρόκειται περί «ψυχολογικού νόμου» το ότι τα άτομα τείνουν να καταναλώνουν βαθμιαία μικρότερες μερίδες του εισοδήματός τους, καθώς τα εισοδήματά τους αυξάνουν. Όταν τα μέσα πραγματικά εισοδήματα αυξάνουν, αυξάνεται και η κατανάλωση, φυσικά, αλλά όχι τόσο πολύ όσο τα έσοδα.

Υποθέτοντας ότι όλες οι επενδύσεις εξυπηρετούν τελικά τις καταναλωτικές ανάγκες και ότι η αύξηση του εισοδήματος αυξάνει την κατανάλωση λιγότερο από τα έσοδα, η εξοικονομήσεις αυτές θα αυξηθούν ταχύτερα από τις επενδύσεις. Με αυτό, η συνολική ζήτηση μειώνεται και το επίπεδο της απασχόλησης υπολείπεται της διαθέσιμης προσφοράς εργασίας.

Αυτό συμβαίνει σε μια «ώριμη» κοινωνία, λόγω του ήδη υπάρχοντος μεγάλο αποθέματος του κεφαλαίου, το οποία πιέζει την οριακή αποδοτικότητα ή την κερδοφορία του κεφαλαίου και συνεπώς τις προσδοκίες αναφορικά με τις μελλοντικές αποδόσεις του κεφαλαίου. Και αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί μια ψυχολογική στάση από την πλευρά των πλουτοκρατών, να κρατήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε μορφή χρήματος, αντί να επενδύσουν σε επιχειρήσεις που υπόσχονται λίγα ή καθόλου ανταλλάγματα.

Η οικονομική στασιμότητα και η μεγάλης κλίμακας ανεργία βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Κέινς.

 Η παραδοσιακή οικονομική θεωρία ήταν καθηλωμένη σε φανταστικές συνθήκες μιας πλήρους απασχόλησης και στον «νόμο της αγοράς» του Σέυ (Say) – με την πεποίθηση ότι “η προσφορά (supply) δημιουργεί τη δική της ζήτηση”.
Όπως και ο Σέυ, ο Κέινς έβλεπε στη παρούσα και τη μέλλουσα κατανάλωση το στόχο του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά, σε αντίθεση με τον Γάλλο οικονομολόγο, ο ίδιος δεν πίστευε πλέον ότι η προσφορά δημιουργεί επαρκή ζήτηση για τη διατήρηση της πλήρους απασχόλησης.
Η διάψευση του «νόμου του Say» χαιρετίστηκε ως η πιο σημαντική πτυχή της κεϋνσιανής θεωρίας, κυρίως επειδή καταρρίπτει αυτόν το «νόμο» στο ίδιο του το γήπεδο, δείχνοντας ότι μόνο και μόνο από το «γεγονός» ότι η παραγωγή εξυπηρετεί την κατανάλωση, η προσφορά δεν δημιουργεί δική της ζήτηση.
Σχεδόν εβδομήντα πέντε χρόνια νωρίτερα, ο Μαρξ είχε ήδη επισημάνει ότι μόνο μια επιταχυνόμενη διαστολή του κεφαλαίου επιτρέπει την αύξηση της απασχόλησης, ότι η κατανάλωση και η «κατανάλωση» υπό συνθήκες παραγωγής κεφαλαίου, είναι δύο διαφορετικά πράγματα, και ότι η συνολική παραγωγή μπορεί να αυξηθεί μόνον εάν παρέχει μεγαλύτερο μερίδιο του συνόλου στους ιδιοκτήτες και τους ελεγκτές του κεφαλαίου.
Τον “βαρετό και κωμικό” ‘Prince de la Science’, J.B Say, ο Μαρξ δεν τον βρήκε άξιο ανατροπής, ακόμα κι αν οι «ηπειρωτικοί θαυμαστές του τον επιδοκίμαζαν ως τον άνθρωπο που «είχε βρει τον θησαυρό της μεταφυσικής ισορροπίας μεταξύ αγορών και πωλήσεων» [1] .
Για τον Μαρξ, ο νόμος της αγοράς του Σέυ, ήταν σκέτη ανοησία σε συνάρτηση με την αυξανόμενη ανισορροπία μεταξύ των ανάγκης για κερδοφορία στην επέκτασης του κεφαλαίου, και των θεωρημένων ορθολογικά, παραγωγικών απαιτήσεων των ανθρώπων, μεταξύ της «κοινωνικής ζήτησης» στον καπιταλισμό και τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Και τόνισε ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου προϋποθέτει ένα βιομηχανικό εφεδρικό στρατό.
ΙΙΙ

Όταν ο Κέινς με αυτήν την καθυστέρηση, προσέγγισε τη θέση του Μαρξ, δεν ήταν για να επισημάνει την εγγενή αντίφαση της παραγωγής του κεφαλαίου, αλλά για να χαιρετίσει τη διαφορά μεταξύ της απασχόλησης και των επενδύσεων ως ένα μεγάλο επίτευγμα.

Κατά την άποψή του μόνο «μια πλούσια κοινότητα θα χρειαστεί να ανακαλύψει πολύ ευρύτερες, ευκαιρίες για επενδύσεις, εάν η εξοικονομητικές τάσεις των πλουσιότερων μελών της είναι συμβατές με την απασχόληση των φτωχότερων μελών της» [2].

Ωστόσο, η αδυναμία γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ του εισοδήματος και της κατανάλωσης, προκύπτει από τη θεωρία του Κέινς, ότι “κάθε φορά που εξασφαλίζουμε την ισορροπία του σήμερα με την αύξηση των επενδύσεων, επιβαρύνουμε τις δυσκολίες εξασφάλισης ισορροπίας αύριο «[3]. Για το άμεσο μέλλον, όμως, σκέφτηκε ότι αυτές οι δυσκολίες μπορούν να υπερνικηθούν μέσω των πολιτικών της κυβέρνησης που περιόριζε την “προτίμηση ρευστότητας” και αύξανε την «πραγματική ζήτηση» με τον ελεγχόμενο πληθωρισμό, τα μειωμένα επιτόκια και χαμηλότερους πραγματικούς μισθούς, προωθώντας έτσι κίνητρα για επενδύσεις. Αν αυτά δεν επαρκούν, η κυβέρνηση μπορεί να αυξήσει την οικονομική δραστηριότητα με δημόσια έργα και χρηματοδότηση ελλειμμάτων.

Με την πλήρη απασχόληση ως κριτήριο, η αποτελεσματικότητα των διαφόρων παρεμβάσεων στην οικονομία της αγοράς μπορεί να ελεγχθεί πειραματικά. Οτιδήποτε που να δεν οδηγεί στην πλήρη απασχόληση δεν είναι αρκετό.

Επειδή η αύξηση της απασχόλησης μέσω της «επαναδραστηριοποίησης» μπορεί να οδηγήσει σε «δευτερεύουσα απασχόληση» σε επιπλέον κλάδους της παραγωγής, θεωρήθηκε ότι αυτό θα οδηγήσει σε τέτοιου είδους απασχόληση. Και αν όλα αποτύχουν, υπάρχει ακόμα η δυνατότητα άμεσου ελέγχου των επενδύσεων από την κυβέρνηση.

Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσει κανείς με τον Κέινς, ως προς την αιτία της ανεργίας, για να αναγνωρίσει ότι οι πολιτικές που πρότεινε για την καταπολέμησή της είναι οι πολιτικές όλων των κυβερνήσεων στην πρόσφατη ιστορία , ασχέτως εάν είχαν γνώση των θεωριών του ή όχι. Είχαν κάνει την ιστορική τους εμφάνιση πολύ πριν από θεωρητική τους έκφραση.

Όλες οι νομισματικές και δημοσιονομικές καινοτομίες είχαν ήδη δοκιμαστεί: τα δημόσια έργα, ο πληθωρισμός και η χρηματοδότηση του ελλείμματος είναι τόσο παλιά όσο και οι κυβερνήσεις και έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές καταστάσεις κρίσης.

Στη σύγχρονη εποχή, ωστόσο, έχουν θεωρηθεί ως εξαιρέσεις στον κανόνα, συγχωρητέες σε περιόδους κοινωνικής έντασης, αλλά καταστροφικές ως μόνιμη πολιτική.

IV

Για τον Μαρξ, οι εγγενείς αντιφάσεις της παραγωγής του κεφαλαίου δεν είναι «οικονομικού» χαρακτήρα με την αστική έννοια του όρου. Δεν ασχολείται με τις σχέσεις προσφοράς και ζήτησης της αγοράς, αλλά με την επίδραση των κοινωνικών δυνάμεων της παραγωγής πάνω στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή, με τα αποτελέσματα της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας κατά την παραγωγή της αξίας και της υπεραξίας.

Θεωρούμενη ως προϊόν του ίδιου του κεφαλαίου, η αστική θεωρία διαχωρίζει την αυξανόμενη παραγωγικότητα από τις κοινωνικές επιπτώσεις της. Για τον Μαρξ, είναι η ανεξάρτητη μεταβλητή που καθορίζει όλες τις άλλες μεταβλητές στο σύστημα των οικονομικών σχέσεων.

Η ιδιαίτερη σημασία της εργασίας και η αύξηση της παραγωγικότητας της στο συλλογιστικό σχήμα του Μαρξ, οδήγησε στην ανακάλυψη μιας καθορισμένη αναπτυξιακής τάσης συσσώρευσης κεφαλαίου, η οποία αποκάλυψε ποιοτικές αλλαγές ως αποτέλεσμα των ποσοτικών αλλαγών.

Θα μπορούσε να αποδείξει ότι ο καπιταλιστικός «μηχανισμός ισορροπίας» οφείλει να αλλάξει κατά τη διάρκεια της επέκτασης του κεφαλαίου και ότι είναι ο τελευταίος που καθορίζει και τροποποιεί τις δυνάμεις της αγοράς της προσφοράς και της ζήτησης, εφόσον οι νόμοι της αγοράς πρέπει να εφαρμοστούν μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυξούμενης «ανισορροπίας» μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων της παραγωγής και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Οι διαδικασίες της αύξηση της παραγωγικότητας, της υπεραξίας και της συσσώρευση του κεφαλαίου είναι όλες η μια και η αυτή διαδικασία.
Αυτό συνεπάγεται μια πιο ταχεία ανάπτυξη του κεφαλαίου που επενδύεται σε μέσα παραγωγής από αυτό που επενδύεται σε εργατική δύναμη. Περιλαμβάνει αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε “αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου”.
Δεδομένου ότι τα κέρδη υπολογίζονται με βάση το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, πρέπει να δείχνουν μια τάση μείωσης καθώς το μέρος του συνόλου που μόνο του αποδίδει υπεραξία γίνεται σχετικά μικρότερο.
Φυσικά, η διαδικασία προϋποθέτει επίσης μια αυξανόμενη ικανότητα στην εξαγωγή περισσότερης υπεραξίας, έτσι ακυρώνει την «τάση» των κερδών να μειώνονται, και αποτελεί την αιτία για την ίδια τη διαδικασία.
Αφήνοντας κατά μέρος όλες τις περιπλοκές της έκθεση του Μαρξ, το αφηρημένο σχήμα του περί της επέκτασης του κεφαλαίου δείχνει ότι εκτός από τον ανταγωνισμό ως κινητήρια δύναμη της επέκτασης του κεφαλαίου στο πεδίο της αγοράς, η παραγωγή και η συσσώρευση της υπεραξίας βρίσκει ήδη στο διττό χαρακτήρα της κεφαλαιακής παραγωγής – όπως η ανταλλακτική αξία και η αξία χρήσης – ένα περιοριστικό στοιχείο, το οποίο ξεπερνιέται μόνο με τη συνεχή διεύρυνση και επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Για να προλάβει μια πτώση του ποσοστού κέρδους, η συσσώρευση δεν πρέπει ποτέ να σταματά. Όλο και περισσότερη υπεραξία πρέπει να αφαιρείται και αυτό συνεπάγεται τη σταθερή επανάσταση της παραγωγής και τη συνεχή επέκταση των αγορών της. Εφ’ όσον η συσσώρευση είναι δυνατή, το καπιταλιστικό σύστημα ευημερεί. Εάν η συσσώρευση σταματήσει, οδηγήται σε κρίση και ύφεση.

Τόσο ο Μαρξ και Κέινς, στη συνέχεια, αν και για διαφορετικούς λόγους, αναγνωρίζουν το καπιταλιστικό δίλημμα της μείωσης του ποσοστού της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Ο Κέινς διαγιγνώσκει την αιτία της στην έλλειψη κινήτρων για επενδύσεις. Ο Μαρξ, κοιτώντας πίσω από την έλλειψη κινήτρων, βρίσκει το λόγο, στο κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής ως παραγωγής του κεφαλαίου.
Ο Κέινς δεν θεωρεί την κρίση και την ύφεση ως αναγκαίες πτυχές της δημιουργίας κεφαλαίου. Είναι απαραίτητες μόνο συνθήκες laissez-faire, αλλά και τότε, μόνο με την έννοια ότι η οικονομική ισορροπία δεν περιλαμβάνει την πλήρη απασχόληση.
Για τον Μαρξ, όμως, η συνεχής συσσώρευση κεφαλαίου προϋποθέτει περιόδους κρίσεων και ύφεσης, διότι η κρίση είναι ο μόνος “μηχανισμός ισορροπίας” του καπιταλισμού, σε σχέση με τη διαμόρφωση του.
Είναι κατά την περίοδο της ύφεσης που η κεφαλαιακή διάρθρωση υφίσταται τις απαραίτητες αλλαγές που αποκαθιστούν τη χαμένη αποδοτικότητα που και επιτρέπουν την περαιτέρω επέκταση του κεφαλαίου.
V
Η θεωρία του Μαρξ για τη συσσώρευση προέβλεπε τη κριτική του Κέινς για την νεοκλασική θεωρία, μέσω της κριτικής της κλασικής θεωρίας.
Βασικά η “επανάσταση” του Κέινς συνίσταται στη μερική επαναδιατύπωση ορισμένων εκ των επιχειρημάτων του Μαρξ ενάντια στην καπιταλιστική οικονομία και τη θεωρία της.
Ο Κέινς δεν είχε μελετήσει τον Μαρξ, και ο ίδιος δεν αισθανόταν την ανάγκη για κάτι τέτοιο, γιατί ταύτιζε τις θεωρίες του Μαρξ με εκείνες των κλασικιστών. Με την αντίθεση του στην κλασική θεωρία, ο Κέινς νόμιζε ότι αντιτίθεται και στον Μαρξ επίσης. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ασχολήθηκε με καμία από αυτές τις θεωρίες, αλλά με τη νεοκλασική θεωρία της αγοράς η οποία δεν είχε πλέον καμία σημαντική σχέση με τις ιδέες του Σμιθ και του Ρικάρντο.
Η κριτική της κλασικής οικονομίας, του Μαρξ ωστόσο, μοιάζει με την κριτική του Κέινς στους νεοκλασικιστές, αν και εμβαθύνει περισσότερο από ό,τι ο Κέινς, επειδή οι κλασικιστές ήταν βαθύτεροι στοχαστές από τους απολογητικούς τους αντιγραφείς, και γιατί ο Μαρξ δεν ήταν ένας αστός μεταρρυθμιστής.
Παρά το γεγονός ότι ο Κέινς ήθελε να “εξοστρακίσει τα Ρικαρντιανά θεμέλια του μαρξισμού”, για να το καταφέρει, έπρεπε πρώτα απ ‘όλα να αναφερθεί ο ίδιος στις θεμελιώδεις τους έννοιες.
Δέχτηκε τη θεωρία της αξίας στην Ρικαρντιανή της έννοια, στην οποία η εργασία ως ο μοναδικός παράγοντας της παραγωγής περιλαμβάνει “τις προσωπικές υπηρεσίες του επιχειρηματία και των βοηθών του”. Όπως ο Μαρξ ασχολήθηκε με οικονομικά μεγέθη, αλλά ενώ στο σύστημα του Μαρξ η ανάλυση με όρους οικονομικών μεγεθών οδηγούσε στην ανακάλυψη της βασικής τάσης της συσσώρευσης κεφαλαίου ως το ανώτατο σημείο, το κεϋνσιανό σύστημα εξυπηρετούσε τη διαμόρφωση μιας πολιτικής ικανής να υποστηρίξει αυτήν την τάση χωρίς να κάνει ζημιά στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.
Με απλά λόγια, το μοντέλο του Κέινς αποτελεί ένα κλειστό σύστημα χωρισμένο σε δύο τμήματα της παραγωγής: ένα που παράγει καταναλωτικά αγαθά και ένα άλλο που παράγει κεφαλαιουχικά αγαθά.
Η συνολική δαπάνη της επένδυσης όσον αφορά τους μισθούς (με βάση την ώρα εργασίας) που απαιτούνται για καταναλωτικά και τα κεφαλαιουχικά αγαθά, αποτελεί το συνολικό εισόδημα.
Όταν η συνολική ζήτηση, δηλαδή, η ζήτηση για καταναλωτικά και κεφαλαιουχικά αγαθά, ισούται με το συνολικό εισόδημα και προϋποθέτει ότι η συνολική εξοικονόμηση είναι ίση των επενδύσεων, το σύστημα υποτίθεται ότι βρίσκεται σε ισορροπία.

Μια μείωση της συνολικής ζήτησης, που συνεπάγεται απόκλιση μεταξύ αποταμιεύσεων και επενδύσεων, μειώνει το συνολικό εισόδημα και παράγει ανεργία. Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση η συνολική ζήτηση θα πρέπει να αυξηθεί σε σημείο που το συνολικό εισόδημα να συνεπάγεται πλήρη απασχόληση.

Στο μαρξικό σύστημα των οικονομικών μεγεθών, το σταθερό κεφάλαιο είναι ιδιοκτησία της καπιταλιστικής τάξης, το μεταβλητό κεφάλαιο είναι το κοινωνικό ισοδύναμο της εργατικής δύναμης, και η υπεραξία είναι η πηγή της συσσώρευσης και του εισοδήματος της άρχουσας τάξης.

Εδώ δεν πρόκειται για «κοινωνικό εισόδημα» και «κοινωνική παραγωγή» και της μεταξύ τους σχέσης, αλλά ζήτημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.
VI

Μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι θεωρίες του Κέινς απολάμβαναν μικρής αποδοχής. Ωστόσο, είχε ένα τέλειο άλλοθι: είτε οι προτάσεις του δεν εφαρμόστηκαν ή εφαρμόστηκαν ανεπαρκώς.

 Αλλά με την έναρξη της πολεμικής παραγωγής, ο Κέινς ήταν βέβαιος ότι η θεωρία του θα επιβεβαιωθεί πλήρως. Τώρα θα γινόταν αντιληπτό ότι “το επίπεδο της συνολικής παραγωγής συνοδεύεται από το επίπεδο της κατανάλωσης που είναι απαραίτητη για μια ελεύθερη, σύγχρονη κοινότητα. . . από τη σκοπιά της βέλτιστης απασχόλησης των πόρων της «[4].

Οι πολιτικές σε καιρό πολέμου, ωστόσο, ήταν αρκετά ανεξάρτητες από την κεϊνσιανή ιδεολογία, και δεν ήταν διαφορετικές ούτε από εκείνες που εφαρμόστηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε διαφορετικές μεταξύ των διαφόρων κυβερνήσεων, μερικές από τις οποίες δεν εφάρμοσαν την κεϊνσιανή “επανάσταση”. Όλες οι καινοτομίες που συνδέθηκαν με την επιταχθήσα οικονομία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως ο πληθωρισμός χρήματος και πιστώσεων, ο έλεγχος των τιμών, των ελέγχων της εργασίας, των προτεραιοτήτων, της εξαναγκασμένης εξοικονόμησης, της διανομής με δελτίο, κοκ, είχε αποκτήσει ρεύμα κατά την πρώτη κατάρρευση, παρά την τότε επικρατούσα «ορθόδοξη» προσέγγιση της οικονομία.

Αν η οικονομία του πολέμου “αποδεικνύει” την ισχύ της θεωρίας του Κέινς, το έκανε σε τέτοιο βαθμό, που η ίδια η θεωρία έπρεπε να τεθεί σε αντιστροφή. Παρά το γεγονός ότι κατάφερε να αυξήσει την «ροπή προς κατανάλωση» κατά τη διάρκεια της ύφεσης, ήταν μια «λαμπρή επιτυχία» στην περικοπή της κατά τη διάρκεια του πολέμου. Καθώς δεν ήταν δυνατή η αύξηση των επενδύσεων μέχρι το σημείο της πλήρους απασχόλησης, αυτό οδήγησε σε ελλείψεις εργατικού δυναμικού μέσα από την καταστροφή του κεφαλαίου.

 Παρά το γεγονός ότι αναστάλθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι θεωρίες του Κέινς θα επικρατούσαν και πάλι με την επιστροφή στην “κανονικότητα”. Ο ίδιος ο πόλεμος του απέδειξε ότι τεχνικά οποιοδήποτε οικονομικό σύστημα θα μπορούσε να πετύχει πλήρη απασχόληση, εάν κάτι τέτοιο ήταν επιθυμητό. Δεν του πέρασε από το μυαλό, ότι στις παρούσες συνθήκες, ο πόλεμος και η προετοιμασία για πόλεμο μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος για την πλήρη απασχόληση. Άλλοι όμως το σκέφτηκαν.
Γενικά, ωστόσο, το κεϋνσιανό πνεύμα βρίσκει την καλύτερη εκπροσώπηση του σε οπαδούς του κράτους πρόνοιας, όπως ο Γουίλιαμ Μπέβεριτζ (William Beveridge), ο οποίος, κοντά στο τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, πρότεινε ένα πλήρες πρόγραμμα για την απασχόληση με βάση την “κοινωνικοποίηση της ζήτησης, χωρίς την κοινωνικοποίηση της παραγωγής” [5].

Χτισμένο σε κεϋνσιανές αρχές και επιλέγοντας δημοσιονομικά μέσα για την υλοποίησή του, αποσκοπούσε στην πραγματοποίηση της πλήρους απασχόλησης του πολέμου σε συνθήκες της ειρήνης.

Οι φόβοι ότι η μεγάλης κλίμακας ανεργία θα επιστρέψει μετά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο αποδείχθηκαν υπερβολικοί. Μια σαφής διάκριση μεταξύ πολεμικής παραγωγής και παραγωγής σε καιρό ειρήνης δεν υπήρχε πλέον και καμία ανάγκη δεν προέκυψε ώστε να υιοθετηθεί το πλάνου του Μπέβεριτζ ή οποιοδήποτε άλλο σχέδιο για την πληρέστερη αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων.

 Από την σύλληψη “κεϋνσιανής επανάστασης”, καμία πραγματική ευκαιρία δεν είχε προκύψει για να δοκιμαστεί η εγκυρότητά της στην πράξη. Ωστόσο, η κυβερνητική παρέμβαση κατά τη διάρκεια της ύφεσης αύξησε την απασχόληση σε κάποιο βαθμό. Μπορούμε έτσι να πούμε ότι η θεωρία αποδείχθηκε με πολύ γενικό τρόπο όπου εφαρμόστηκε, και στο βαθμό με τον οποίο εφαρμόστηκε.
Με αυτή την έννοια, όμως, ο κεϋνσιανισμός θα ήταν απλά ένα άλλο όνομα για την κυβερνητική πολιτική ύφεσης, και θα εξαντλούταν στην πρόταση ότι η κυβέρνηση πρέπει να φροντίσει για τις προβλεπόμενες πτυχές του σχηματισμού κεφαλαίου εκεί όπου η ιδιωτική πρωτοβουλία αρχίζει να χαλαρώνει. Ενώ η παραγωγή εξακολουθεί να είναι παραγωγή για ιδιωτικό όφελος, η επέκταση της είναι ευθύνη της κυβέρνησης – μια λογική επέκταση του πιστωτικού συστήματος από μια στροφή από τον ιδιωτικό στον κυβερνητικό οικονομικό έλεγχο.Όχι μόνο από κεϋνσιανή, αλλά από οποιαδήποτε ρεαλιστική άποψη, η κρατική παρέμβαση θεωρείται πλέον ως μια αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Ένα αυξανόμενο ποσό “οικονομικών προνοίας” (welfare-economics) προτείνεται από τους υποστηρικτές και του «κράτους πρόνοιας» και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αλλά, αν και κανείς δεν φαίνεται να αμφιβάλλει ότι ο έλεγχος της κυβέρνησης ήρθε για να μείνει, το ζήτημα του χαρακτήρα της, παραμένει αμφιλεγόμενο.
Οι Κεϋνσιανοί μιλάν γενικά για περισσότερη κυβερνητική παρέμβαση, αλλά καθώς η σταθερή αύξηση των κρατικών ρυθμίσεων και των χρηματοδοτήσεων του ελλείμματος είναι συνώνυμη με τη μετατροπή του ιδιωτικού καπιταλισμού σε ένα σύστημα κρατικού καπιταλισμού, συχνά κατηγορείται ως μια μορφή “υφέρποντα σοσιαλισμού”. Επειδή ο κεϋνσιανισμός μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μεταβατική κατάσταση προς μια εντελώς κυβερνητικά ρυθμιζόμενη καπιταλιστική οικονομία, έχει γίνει η θεωρία της κοινωνικής μεταρρύθμισης μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Βρίσκεται έτσι σε πιο αυστηρή αντίθεση με τον μαρξισμό που ασχολείται όχι με την κοινωνική μεταρρύθμιση, αλλά με την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος.
Paul Mattick, 1955

Σημειώσεις:

1.Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Σικάγο, 1904, σ. 123

2.Η Γενική Θεωρία, σ. 31.

3.Η Γενική Θεωρία, σ. 105.

4.J. M. Keynes σε Η Νέα Δημοκρατία, 29 Ιουλίου 1940.

5.Η πλήρης απασχόληση σε μια ελεύθερη κοινωνία, 1945, σ. 29.

6. Paul Mattick Αρχείο

αναδημοσίευση από Εργατικό περιοδικό Praxis

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s