Το πείραμα του Μίλγκραμ, η Χάνα Άρεντ και η κοινοτοπία της “φιλοσοφικής” μικρόνοιας


Επανήλθε στο προσκήνιο πρόσφατα, του πείραμα του Μίλγκραμ που πραγματοποιήθηκε το 1961, “καταδεικνύοντας” πως οι άνθρωποι ακολουθώντας εντολές σε ένα κανονιστικό πλαίσιο υπακοής, σε συντριπτικό ποσοστό συναινούν στο να διαπράξουν τα χειρότερα εγκλήματα σε βάρος αβοήθητων συνανθρώπων τους. Το ίδιο πείραμα επαναλήφθηκε από ερευνητές της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, με επικεφαλής τον Τόμας Γκριζμπ, με τα ίδια και δυσμενέστερα αποτελέσματα, καθώς το 90% των συμμετεχόντων ήταν διατεθειμένο να κάνει ηλεκτροσόκ σε άγνωστο άνθρωπο, με τάση 450 βολτ.

Με βάση αυτό το πείραμα τεκμαίρεται λοιπόν η σαθρή θεώρηση που παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως η επιβεβαίωση του διανοητικού παραληρήματος της Άρεντ περί “κοινοτοπίας του κακού”, που δήθεν εξηγεί την σχέση μεταξύ υποταγής και εξουσίας, εκ της οποίας απορρέει ότι οι άνθρωποι σε κάθε καθεστώς εξουσίας μπορούν να διαπράξουν τα χειρότερα εγκλήματα, με το αιτιολογικό ότι απλά εκτελούν εντολές ανωτέρων. Αυτή ήταν άλλωστε και η δικαιολογία που χρησιμοποίησαν και αρκετά στελέχη της ναζιστικής Γερμανίας στην δίκη της Νυρεμβέργης. Οπότε αφού το ισχυρίστηκαν οι ναζί, και “αποδείχθηκε” και σε συνθήκες εργαστηρίου, τότε μορφοποιείται και η θεωρητική απόφανση  πως κοινός τόπος  κάθε εξουσίας είναι η κατασκευή δολοφόνων και βασανιστών που ενεργούν, ως ενεργούμενα εντολών ανωτέρων.

Εδώ πρόκειται για μια έκδηλη σοφιστική λαθροχειρία που την επιχείρησε η Άρεντ και σταδιακά έχει μετατραπεί σε έγκυρη θεωρητική παραδοχή ενώ συνιστά μια θέση που έχει με εκκωφαντικό τρόπο αφαιρέσει από τα υποκείμενα το περιβάλλον, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό σε συνέργεια και εντός του οποίου λαμβάνουν τις όποιες αποφάσεις τους. Καθώς η διάπραξη δολοφονιών και βασανιστηρίων στα πλαίσια ενός ναζιστικού καθεστώτος, μιας δικτατορίας, ή ακόμη και μια αστικής δημοκρατίας που οι δολοφονίες και τα βασανιστήρια αποκτούν μια περιοδική σποραδικότητα εγκολπώνοντας τα όρια του “κράτους δικαίου”, εμφανίζονται ως να είναι ταυτισμένες με την “φύση του ανθρώπου” που κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες εξουσίας, μετατρέπεται σε μια φύση ωμά δολοφονική που κυοφορεί και κατασκευάζει βασανιστές που υπακούν απλά, σε άνωθεν εντολές.

Με αυτόν τον τρόπο ουδετεροποιείται η εξουσία ως μια κατάσταση που πάντα θα γεννά υποταγή και έμμισθους βασανιστές του καθεστώτος, που απλά θα θέλουν να τελειώσουν την δουλειά τους και να επιστρέψουν σπίτι τους με καθαρή και ήσυχη συνείδηση, ως ανεύθυνα πιόνια μιας κάποιας ιεραρχίας. Αν γίνει δεκτή αυτή υπόθεση τότε η εξουσία μπορεί να αλλάξει μόνο διαχειριστή και ποτέ περιεχόμενο και μορφή, οι άνθρωποι που αγωνίζονται για την χειραφέτηση από την καπιταλιστική εξουσία, θα μετατραπούν νομοτελειακά σε δέσμιους μιας νέας εξουσίας που θα είναι τόσο παλιά, τόσο βρώμικη και τόσο δολοφονική όσο και η προηγούμενη.

Οι άνθρωποι που αγωνίζονται εντός της καπιταλιστικής εξουσίας για την απαλλαγή της ανθρωπότητας από κάθε μορφή εξουσίας, θα επιστρέψουν πάλι στην πόρτα από την οποία δραπέτευσαν για να ανταλλάξουν τον ρόλο του βασανιζόμενου με αυτό του βασανιστή. Άρα δεν υπάρχει διέξοδος. Κάθε προσπάθεια υπέρβασης της καπιταλιστικής εξουσίας επιστρέφει ως επιβεβαίωση της απόφανσης ότι δεν υπάρχουν περιθώρια απόδρασης. Κάθε μορφή εξουσίας που θα αναδυθεί από τα συντρίμμια της καπιταλιστικής κυριαρχίας θα είναι διαφορετική μόνο στα εξωτερικά της χαρακτηριστικά διατηρώντας αναλλοίωτα τόσο την φυσιογνωμία όσο και τα χαρακτηριστικά των υποκειμένων, όσο και τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτά θα ζήσουν.

Εδώ είναι που αναδύεται με όχημα τα θεωρητικά φληναφήματα της Άρεντ ο πρωτογονισμός της περιβόητης θεωρίας των δύο άκρων, η οποία αποφαίνεται πως η εξουσία των εκμεταλλευτών έχει το ίδιο πρόσημο με την αντί-εξουσία των αποσυνάγωγων. Η εξουσία των καπιταλιστών είναι ίδια με την δυνητική αντί-εξουσία των απόβλητων της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο πειθήνιος, υπάκουος πολίτης του καπιταλιστικού καθεστώτος είναι ο ίδιος υπάκουος και πειθήνιος πολίτης ενός οποιοσδήποτε καθεστώτος. Πρόκειται για μια ανερμάτιστη θεώρηση, χωρίς κανένα έρεισμα, καθώς εδράζεται σε μια ψυχολογικού τύπου πεποίθηση και σε ένα επαγωγικό εμπειρισμό, που σωρεύοντας “εργαστηριακές περιπτώσεις”, εκτιμά ψευδώς, ότι αποδεικνύεται ο κοινός τόπος της δολοφονικής φύσης του ανθρώπου όταν αυτή έρχεται σε συνέργεια με τις εντολές οποιασδήποτε εξουσίας.

Εδώ φυσικά δεν πρόκειται να επιχειρηματολογήσουμε περί του αντιθέτου. Δηλαδή περί της  ύπαρξης μιας “κοινοτοπίας του καλού” σε ότι αφορά στη ανθρώπινη φύση, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ένα ανεστραμμένο μεσσιανισμό περί του αναπόδραστου της “καλοσύνης του ανθρώπινου”, με αποτέλεσμα να συναχθούν ανάλογης “εγκυρότητας συμπεράσματα” σαν αυτά της Χάνα Άρεντ. Σε ρήξη λοιπόν προς ένα θεωρητικό άξονα “του καλού και του κακού”, ισχυριζόμαστε ότι οι άνθρωποι δεν είναι προγραμματισμένοι να ζουν εσαεί ως θύτες ούτε αντίστοιχα να διαβιούν με το σημάδι του θύματος στο μέτωπό τους. Καθώς η ανθρωπινή φύση είναι το δυναμικό και ταυτόχρονα το δυνητικό αποκρυστάλλωμα της σχέσης που αναπτύσσει με το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό περιβάλλον εντός του οποίου ζουν οι άνθρωποι και το οποίο το ανασυνθέτουν με κάθε τους κίνηση ή με κάθε στιγμή ακινησίας τους.

Δεν είναι αναγκαίο να μεταφερθούμε νοερά σε μια διαφορετική φαντασιακή κοινωνία  για να επιχειρηματολογήσουμε περί αυτού. Θα χρησιμοποιήσουμε τα υλικά, τους ανθρώπους και το πλαίσιο εξουσίας του καπιταλιστικού καθεστώτος. Δεδομένου ότι η σχέση που πραγματοποιείται ανάμεσα στα υποκείμενα και την καπιταλιστική κυριαρχία είμαι μια σχέση δυναμική και παράλληλα αντιφατική, που γεννά βασανιστές, βασανιζόμενους, θύτες και θύματα, δυνητικά πειθήνιους ανθρώπους, ανθρώπους που αντιστέκονται τόσο στον ρόλο του θύτη όσο και στον ρόλο του θύματος. Που αντιστέκονται τόσο στη εγκόλπωση της “δουλειάς” του βασανιστή όσο και του βασανιζόμενου. Η καπιταλιστική εξουσία γεννά ταυτόχρονα υποταγή και αντίσταση. Σχηματοποιεί ένα πειθήνιο ανθρώπινο ιδεότυπο και την ίδια στιγμή δίπλα του ακόμη και εντός του, κυοφορείται το αντίθετό του. Χειραφέτηση και υποταγή είναι το καθημερινό υλικό αποτύπωμα της σχέσης που πραγματοποιείται ανάμεσα στην καπιταλιστική κυριαρχία και στους επικυρίαρχους αυτής.

Αν αυτή η υπόθεση είναι ορθή, και σίγουρα είναι ορθότερη από την “νηπιακή έκθεση ιδεών” της Άρεντ περί κοινοτοπίας του κακού, ή των “επιστημονικών” πειραμάτων που δημιουργούν μια επιπλέον εργαστηριακή φυλακή εντός της καπιταλιστικής φυλακής και χρησιμοποιούν τους ανθρώπους ως πειραματόζωα για να καταλήξουν σε ήδη έτοιμα συμπεράσματα, τότε τεκμαίρεται πως η καπιταλιστική κυριαρχία κατασκευάζει θύτες και θύματα, κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, όπως ακριβώς διαμορφώνεται εντός της μια δύναμη ανυπακοής που διαρρηγνύει τον χώρο και τον χρόνο επιβολής αυτής της κυριαρχίας, εκφράζοντας το πρόταγμα μια διαμετρικά αντίθετης εξουσίας που σχηματοποιεί εντός της, τους όρους του μαρασμού της.

Αυτή  η ανθρώπινη δύναμη της ανυπακοής δεν εμφανίζεται μόνο με απτό τρόπο στην ιστορία, όπως εμφανίστηκε πριν και κατά την διάρκεια επιβολής του ναζισμού, όπως εμφανίζεται καθημερινά σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, αλλά -έκπληξη !- εμφανίζεται και εντός του εν λόγω πειράματος που οι άνθρωποι που κλήθηκαν να συμμετάσχουν και υπέστησαν μια διαρκής “θεωρητική λοβοτομή” περί μη δυνατότητας άρνησης, τελικά το 35% ! του αρχικού δείγματος, αποχώρησε εξαρχής από το πείραμα αρνούμενο να συμμετάσχει στα βασανιστήρια. Έτσι καταρρέει η κοινοτοπία του κακού, χωρίς ωστόσο να αναδύεται -ευτυχώς- η κοινοτοπία του καλού.

Καθώς καταδεικνύεται πως πέραν από την πραγματική κίνηση της ζωής, ακόμη και σε συνθήκες “επιστημονικού” πειράματος, που έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα για να επιβεβαιωθεί το αληθές της αρχικής υπόθεσης των “ερευνητών”, η δυνητικότητα της ανθρώπινης φύσης γελοιοποιεί τον εμπειρικό, πειραματικό επαγωγισμό, όπως ακριβώς αποσαθρώνει τον “θεωρητικό” αναγωγισμό ως το εμετικό κατασκεύασμα μιας έρπουσας “φιλοσοφικής” μικρόνοιας τύπου Άρεντ.

Δεδομένου ότι η ανθρώπινη φύση εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας και όχι γενικώς σε ένα α-χρονικό και α-ιστορικό σύμπαν αναμετράται τόσο με την χειραφέτηση όσο και με την υποταγή, τόσο με την εικόνα του δεσμώτη όσο και με αυτή του απελευθερωτή και τελικά με την πιθανότητα της διαιώνισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας όσο και της πιθανότητα απαλλαγής από αυτή. Εξάλλου η κυριαρχία, η εξουσία δεν συνιστά μια εξωτερική επιβολή στις ζωές των ανθρώπων, καθώς δρομολογείται και σχηματοποιείται εντός της κίνησης της ανθρώπινης ιστορίας και επιβάλλεται ως η ηγεμονία της δυναμικής όσμωσης υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών, το αρραγές ή  η διάρρηξη των οποίων, επηρεάζει με ουσιαστικό και δραματικό τρόπο, τόσο την φυσιογνωμία της κάθε εξουσίας όσο και την ίδια την ύπαρξη αυτής της εξουσίας ως τέτοιας.

Είναι λοιπόν η δυνητική κίνηση των ανθρώπων που γεννά τα ενδεχόμενα υποταγής ή ανυπακοής στο κανονιστικό πλαίσιο της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Οι άνθρωποι που αποδέχθηκαν πειθήνια τον ναζισμό και οι άνθρωποι που τον πολέμησαν μέχρι τέλους. Οι άνθρωποι που έμειναν εντός του πειράματος και εκτέλεσαν τους βασανισμούς και οι άνθρωποι που αποχώρησαν αρνούμενοι τον ρόλο του βασανιστή. Πρόκειται για ένα διαρκές διακύβευμα. Που δημιουργείται όχι εντός κάθε εξουσίας, αλλά εντός του πεδίου της καπιταλιστικής εξουσίας -εντός της οποίας έγραφε η Άρεντ άλλωστε και στα πλαίσια της οποίας διεξήχθη το εν λόγω πείραμα- που ενώ ξερνά πειθήνια κατάφαση ταυτόχρονα σφυρηλατεί την άρνηση προς μια υποτακτική συμπεριφορά προς την εξουσία, που δρομολογείται στα σπλάχνα της καπιταλιστικής εξουσίας, και συγκεντρώνει όλα τα ιστορικά χαρακτηριστικά αυτής, ακόμη και στο αφυδατωμένο περιβάλλον ενός επιστημονικού εργαστηρίου.

Με όρους λοιπόν “φιλοσοφικών αξιωμάτων” περί καλού και κακού όπως και με όρους πειραματικής μέτρησης, το μόνο που μπορεί να αποδειχθεί, και τελικά αποδεικνύεται είναι πως εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας , ο ανθρωπολογικός ιδεότυπος της υποταγής συνταξιδεύει και αναμετράται με τον ανθρωπολογικό ιδεότυπο απελευθέρωσης από τα δεσμά αυτής της υποταγής, καθιστώντας δυνητική και ακριβώς για αυτό απροσδιόριστη την ανθρώπινη φύση που θα ηγεμονεύσει στο πλαίσιο μια διαφορετικής εξουσίας, από αυτή του καπιταλιστικού καθεστώτος.

Σε κάθε περίπτωση αν εντός του κανιβαλικού πλαισίου της καπιταλιστικής κυριαρχίας υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να συνθηκολογήσουν, ακόμη και όταν τοποθετούνται σε ένα εργαστηριακό πλαίσιο με  την επίφαση της επιστημονικότητας διάχυτη, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που αρνούνται να υποκύψουν και οι άνθρωποι που αποχωρούν από το πείραμα αρνούμενοι να βασανίσουν, είναι σε θέση δυνητικά να οικοδομήσουν μια εξουσία με όρους απελευθέρωσης και όχι υποταγής.

Ειδικά αν συνυπολογιστεί πως αυτοί που υποκύπτουν στην καπιταλιστική κυριαρχία όπως και αυτοί που παραμένουν στο πείραμα αναλαμβάνοντας τον ρόλο του βασανιστή, σε καμία στιγμή δεν απαγκιστρώνονται από την διαρκή εσωτερική μάχη που βιώνουν ανάμεσα σε αυτό που  η καπιταλιστική εξουσία επιδιώκει στο να μετατραπούν, και στην αποτροπή αυτής της εξέλιξης.

Η δυνητικότητα του αδιανόητου και του απροσδόκητου  της ανθρώπινης φύσης, είναι που τελικά ανοίγει δρόμους στην ιστορία, οδηγώντας τον ορίζοντα της ανθρωπότητας πέραν της εργαλειακής απλουστευτικής κοσμολογίας με όρους καλού και κακού, εκτός των ορίων μιας μονοδιάστατης κοινωνικής ψυχολογίας ιδρυματικού τύπου, που καταρρέει εκκωφαντικά, όταν αναμετράται με το σύνθετο χωροχρονικό διηνεκές της πραγματικότητας.

 γράφει ο Χρήστος Μιάμης

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s