Ένα μέχρι πρότινος άγνωστο ποίημα του νεαρού Μπρέχτ


 

Από το περιοδικό Der Spiegel (Nr.26/2016,σ.121) πληροφορούμεθα ότι στο τέταρτο τεύχος του 2016 του περιοδικού Sinn und Form [4/2016 | Ich, Berthold Brecht, alt: 20 Jahre. Mit einer Vorbemerkung von Erdmut Wizisla] δημοσιεύεται για πρώτη φορά ένα άτιτλο ποίημα του Μπέρτολτ Μπρέχτ γραμμένο το 1918. Το δακτυλόγραφο του ποιήματος απέκτησε το Αρχείο της Ακαδημίας των Τεχνών στο Βερολίνο από το βιογράφο του  Μπρέχτ Klaus Völker, ο οποίος το έλαβε από τον νεανικό φίλο του Μπρέχτ στο Άουγκσμπουργκ Georg Pfanzelt (πρόκειται για τον Orge των νεανικών ποιημάτων του Μπρέχτ).

Παραθέτουμε το γερμανικό κείμενο του ποιήματος (οι διαγραφές είναι του ίδιου του Μπρέχτ) και ακολούθως μια δική μας ελληνική μετάφραση κι ένα μικρό σχόλιο.

1

Ich Berthold Brecht, alt: 20 Jahre

geboren zu Augsburg am Lech

mit schwachen Augen, braunem Haare

von Kind an eher scheu als frech,

ich, der ich Wohlleben  gewohnt war,

noch beinah nichts von Leben litt

eh᾽r wie ein rohes Ei geschont war

beschwere mich dennoch hiermit.

2

Es hat nicht Sinn, sich drob zu giften

wenn einer, weil er muß, halt schifft.

Ich bitt um eure Unterschriften,

doch vorher um die Überschrift.

Und da wir also keine  noch keine eine fanden

beschwer ich mich sogleich alsdann

daß keine Fachinstanz vorhanden

vor der man sich beschweren kann.

3

Ein armer Teufel, umgetrieben,

Sohn armer Eltern in Paris

hat in die Luft hinein geschrieben

voll Kühnheit und der Erde Armutslied voll Bitternis.

Vor nunmehr 5×100 Jahren-

Er wurde bald darauf eingescharrt.

Doch hat man nie davon erfahren

was aus der Bittschrift jemals ward!

4

So schreib schlag ich denn, vor mir das Alter

den Blick trübt und den Hals umschlingt

bescheiden lehrt und mich in kalter

Erde sehr leicht zum Frieden zwingt[,]

ohne besondere Adresse

nicht demutsvoll und nicht verknifft

der Luft von neuem in die Fresse

die folgende Beschwerdeschrift.

Και η μετάφραση:

1

Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρέχτ, ηλικία: 20 ετών

στο Άουγκσμπουργκ παρά τω ποταμώ Λέχ γεννηθείς

με ασθενή μάτια, καστανό χρώμα μαλλιών

από παιδί συνεσταλμένος μάλλον παρά θρασύς,

εγώ, που συνηθισμένος ήμουν να καλοπερνώ,

και σχεδόν τίποτα δεν υπέφερα απ᾽ την ζωή επίσης

παρά μάλλον με εφείσθησαν σαν ωμό αυγό

διαμαρτύρομαι παρά ταύτα δια της παρούσης.

2

Ένεκα του ότι δεν έχει νόημα να εξοργίζεται κανείς σας

αν κάποιος, επειδή το᾽χει ανάγκη , τελωσπάντων κατουρεί,

Παρακαλώ για τις υπογραφές σας,

ωστόσο προηγουμένως για την επιγραφή.*

Και μια κι ακόμα δεν βρήκαμ᾽ ούτε μία

Διαμαρτύρομαι μετά ταύτα παρευθύς

που δεν υπάρχει ειδική δικαστική βαθμίς καμία

προ της οποίας μπορεί να διαμαρτυρηθεί κανείς.

3

Ένας φτωχοδιάβολος, πλάνης χωρίς πάψη

Γιός φτωχών γονιών στη Λουτσετσία **

εις τον αέρα έχει γράψει

της γης το άσμα της πενίας όλο πικρία ***

Πριν πλέον 5×100 χρόνια τώρα

Λίγο αργότερα τον παραχώσαν.

Ωστόσο δεν έμαθε κανείς ως την ώρα

Την αίτησή του πού την παραδώσαν!

4

Έτσι λοιπόν χτυπάω, μπροστά μου το γήρας

περισφίγγει τον λαιμό και τη ματιά σκοτιδιάζει

διδάσκει ολιγάρκεια και μεσ᾽ σε κρύα γη εκ πείρας

πολύ εύκολα σε ειρήνη με αναγκάζει [,]

χωρίς ιδιαίτερη ταχυδρομική διεύθυνση

ούτε έμπλεος ταπεινοφροσύνης και χωρίς κατηφία

στου αέρα πάντα εκ νέου την μουσούδα με κατεύθυνση

την ακόλουθη διαμαρτυρία.

Είναι εκπληκτικό σε ποια νεαρή ηλικία και με ποιο μαρξιστικό ρεαλισμό διαβλέπει ο Μπρέχτ πόσο οικτρά αστεία και μάταιη είναι η επίκληση δικαιωμάτων και η έγκληση κάποιων (εντέλει ποιών; και ενώπιον ποίου;) για τη μη διασφάλιση της άσκησής των, όπως του δικαιώματος στην ελεύθερη μετακίνηση, στην εργασία, στην τροφή, στην στέγη, την παιδεία, την υγεία και σε παρόμοια λεγόμενα «ανθρώπινα δικαιώματα» ή και «δίκια του λαού». Αγωνιστείτε και κατορθώστε να θεσμοθετηθεί νομικά ένα δικαίωμα  στην εργασία ή την στέγη και, όταν μείνετε  άνεργοι ή άστεγοι ασκήστε το με το καλό! Δεν είναι κατά τον Μπρέχτ, όπως προκύπτει από το έργο του συνολικά, η διεκδίκηση της άσκησης αυτών των «δικαιωμάτων» το ζητούμενο, αλλά η εγκαθίδρυση μιάς κομμουνιστικής κοινωνίας, στην οποία αυτά τα τελευταία και η μάταιη διεκδίκηση της ελεύθερης άσκησής των δεν θα υπάρχουν στη μορφή του ιδεολογήματος, στην οποία υπάρχουν στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, αλλά ως αυτό, το οποίο πράγματι είναι: ως ανάγκες,  τις οποίες η πρώτη αυτή κοινωνία θα ικανοποιεί αυτονοήτως  και στο βαθμό που το παραγόμενο κοινωνικό προϊόν καθιστά αυτήν τους την ικανοποίηση δυνατή.

——————————

* Υπαινιγμός για το άτιτλον του ποιήματος.

** Lutetia είναι το λατινικό όνομα του Παρισιού. Εν χρήσει στους γερμανούς λογοτέχνες, π.χ. στον Heine, μέχρι και τον 19ο αιώνα. Εδώ το χρησιμοποιούμε χάριν της ομοιοκαταληξίας με το «πικρία». Το αποδίδουμε ως Λουτσετσία και όχι ως Λουτέτια, πρώτον, όσον αφορά το «τσ», χάριν ευφωνίας, και δεύτερον, όσον αφορά τον μετατονισμό, χάριν του σχηματισμού αρσενικής ομοιοκαταληξίας με το «πικρία».

*** Πρόκειται προφανώς για τον Φρανσουά Βιγιόν.

γράφει ο Γιώργος Σταμάτης

Το κείμενο του Γ.Σταμάτη  δημοσιεύεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά

αναδημοσίευση από Εργατικό περιοδικό Praxis

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s