Οι κομμουνιστές και ο λεγόμενος “σοσιαλισμός του 21ου αιώνα”


Στη μνήμη του Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν,
για τα 140 χρόνια από τη γέννησή του

 Η παγκόσμια αντεπανάσταση στα τέλη του 20ού αιώνα προώθησε στον ιδεολογικό τομέα τη θέση για το τέλος της ιστορίας, μια εκστρατεία που αποσκοπεί να θεωρεί αιώνιο τον καπιταλισμό και η οποία επικεντρώνεται στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας του μαρξισμού-λενινισμού και στον αφοπλισμό της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων στρωμάτων από την πάλη για τη χειραφέτησή τους. Αυτή η τάση, που είναι γνωστή και ως αποϊδεολογικοποίηση, διαμορφώθηκε από στοχαστές στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού, στη βάση της αμφισβήτησης της θεωρίας του κομμουνισμού και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αξιοποίησαν το αποτέλεσμα της κρίσης που οδήγησε στην προσωρινή οπισθοχώρηση της εργατικής τάξης στην ΕΣΣΔ και στις υπόλοιπες χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, ενώ την ίδια στιγμή εκμεταλλεύτηκαν τη σύγχυση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο εργατικό κίνημα και στα κομμουνιστικά κόμματα – πολλά από τα οποία απεμπόλησαν την ταυτότητά τους και τους στόχους τους για να μετατραπούν σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Καλλιέργησαν την εμφάνιση νέων μορφών της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως ο μεταμοντερνισμός και άλλες παραλλαγές, όχι μόνο για να επηρεάσουν τα πανεπιστήμια και τα κέντρα κατάρτισης, τον πολιτισμό και την τέχνη, αλλά για να διαποτίσουν τα συνδικάτα, τις οργανώσεις και τα λαϊκά κινήματα, τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς, προοδευτικούς διανοούμενους και για να επηρεάσουν αρνητικά τα κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα.

Ο γενικός στόχος της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού δεν επιτεύχθηκε, καθώς η πραγματικότητα δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και η ταξική πάλη δε σταμάτησε ούτε ένα δευτερόλεπτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αντεπανάσταση, που τότε θριάμβευσε, παρουσίασε τα γεγονότα διαστρεβλωμένα προς όφελός της μέσω της προπαγάνδας. Σήμερα, δύο δεκαετίες μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την ομοβροντία του παραλογισμού, ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση και έχει να αντιμετωπίσει απέναντί του την εργατική τάξη και το κομμουνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα σε όλες τις ηπείρους. Ωστόσο δευτερευόντως, λειτούργησε και ως πρόσφορο έδαφος για μια σειρά προσεγγίσεων που σήμερα μπορούν λειτουργήσουν για να εμποδίσουν το ανέβασμα της πάλης σε νέο επίπεδο υπέρ της διεθνούς εργατικής τάξης και των λαών του κόσμου. Πολλές από αυτές τις προσεγγίσεις συγκλίνουν στο λεγόμενο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα».

Ο λεγόμενος «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη θεωρητική επεξεργασία ενός μονάχα ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος, δεδομένου ότι αποτελεί συνένωση διαφόρων ρευμάτων που προσδιορίζονται από επιθετικότητα απέναντι στο μαρξισμό-λενινισμό και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Τέτοια ρεύματα είναι διάφορες τροτσκιστικές ομάδες, απόγονοι της νέας αριστεράς, λατινοαμερικάνοι μαρξιστές, υποστηρικτές του κινηματισμού και του νεοαναρχισμού, διανοούμενοι που θεωρούν τη συμβολή τους στο ακαδημαϊκό πλαίσιο ως απαραίτητη και επείγουσα για τις κοινωνικές διεργασίες. Δεν μπορεί να αποδίδεται η πατρότητα μιας τέτοιας έννοιας σε ένα μόνο ρεύμα, σε ένα μόνο εισηγητή, παρότι πήραν ως πλαίσιο τις διεργασίες που γίνονται σήμερα στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ, χωρίς όμως να παύουν να θεωρούνται καθολικές και απορρίπτοντας ως ανεφάρμοστο ό,τι δε συσπειρώνεται γύρω από τις προσεγγίσεις τους. Ενα ακόμα στοιχείο της τοποθέτησής τους είναι η επιμονή στο «νέο», «καινοτόμο», «καινούργιο» χαρακτήρα της πρότασής τους απέναντι στο Μαρξισμό-Λενινισμό του 20ού αιώνα που θεωρούν ξεπερασμένο εργατικό κίνημα και παλιές ιδέες.

Καθώς οι συνθήκες της κοινωνικής ανάπτυξης κατέστησαν δυνατή τη διαμόρφωση της υλιστικής αντίληψης για την ιστορία, δεν είναι η πρώτη φορά στην πάλη των τάξεων που οι κομμουνιστές έρχονται αντιμέτωποι με ρεύματα που στο όνομα του σοσιαλισμού εκφράζουν μικροαστικές θέσεις ούτε είναι η πρώτη φορά που η μεταρρύθμιση βρίσκεται απέναντι στην επανάσταση.

Στη Γερμανική Ιδεολογία και στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, για να αναφέρουμε μόνο δύο έργα των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς, ξεκαθαρίζει ο «πραγματικός σοσιαλισμός», ο «αντιδραστικός σοσιαλισμός» («φεουδαρχικός», «μικροαστικός»), ο «συντηρητικός ή αστικός σοσιαλισμός» και ο «κριτικός-ουτοπικός σοσιαλισμός και κομμουνισμός». Σε ένα άλλο έργο, προϊόν της πολεμικής των Μαρξ και Ενγκελς με τον Ντύρινγκ (παρότι συνηθιζόταν τα έργα των δασκάλων του προλεταριάτου να φέρουν την υπογραφή μόνο του ενός εξ αυτών) επιβεβαιώνεται το εξής: «Από τότε που εμφανίστηκε στην αρένα της ιστορίας ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, υπάρχουν μεμονωμένα άτομα και ολόκληρες σέχτες στις οποίες η ιδιοποίηση όλων των μέσων παραγωγής από την κοινωνία εμφανίστηκε περισσότερο ή λιγότερο αμυδρά ως ιδεώδες για το μέλλον. Ομως, για να μπορέσει κάτι τέτοιο να πραγματοποιηθεί, για να μπορέσει να μετατραπεί σε ιστορική αναγκαιότητα, χρειάζεται προηγουμένως να υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες για την πραγματοποίησή του»1.

Μια σύνθεση της κριτικής των Μαρξ και Ενγκελς δείχνει ότι οι αναφορές στο όνομα του σοσιαλισμού δεν έχουν να κάνουν πάντα με τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου και το ρόλο των κομμουνιστών.

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
ΠΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΘΗΚΕ ΤΟΝ 20ό ΑΙΩΝΑ

 Μεταξύ των δυνάμεων που προωθούν το λεγόμενο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» υπάρχει μια βασική συμφωνία: η απόρριψη και ο διαχωρισμός από την εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Ορισμένοι πάνε παραπέρα, κατηγορούν την ίδια την Οκτωβριανή Επανάσταση και υιοθετούν τις παλιές ιδέες του Κάουτσκι και των οπορτουνιστών της Β΄ Διεθνούς, ότι οι συνθήκες ήταν ανώριμες για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και ότι δεν μπορούσε να οικοδομηθεί σοσιαλισμός, γιατί χρειαζόταν να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός, από όπου προκύπτει η βάση για την υποτιθέμενη διάκριση ανάμεσα στη δημοκρατία και τον κομμουνισμό, για να δείξουν ότι όλα ήταν καταδικασμένα εκ των προτέρων να αποτύχουν. Στην πλειοψηφία τους -παρόλο που όπως λένε αναγνωρίζουν τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917- οι δυνάμεις που προωθούν την αντίληψη του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» υιοθετούν την τροτσκιστική κριτική για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και το ρόλο του κόμματος των Μπολσεβίκων ειδικότερα, για το μαρξισμό-λενινισμό γενικότερα, σε θεμελιώδη ζητήματα που θα εξετάσουμε παρακάτω. Σε αυτό διαφοροποιούνται για παράδειγμα από τις θέσεις που πήρε η οπορτουνιστική ομάδα του Μπερτινότι για το 5ο Συνέδριο του Κόμματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης της Ιταλίας το 2002 που θέτει το ζήτημα της «ριζοσπαστικής ασυνέχειας σε σχέση με την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού», το οποίο αποκαλούν και «ριζοσπαστική ρήξη με το σταλινισμό».

Ορισμένες από αυτές τις βαθιά αντιδραστικές ιδέες του λεγόμενου «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» δε γίνονται αντικείμενα σοβαρής κριτικής για λόγους τακτικής. Αυτό γίνεται στο όνομα του να μην υποσκαφτεί η διαδικασία στη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ, διαδικασίες που βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιιμπεριαλιστικής πάλης στη Λατινική Αμερική. Μάλιστα υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα που περιλαμβάνουν αυτή την έννοια στο καθημερινό τους λεξιλόγιο, στην προπαγάνδα και σε προγραμματικές θέσεις.

Εκφράζοντας τη δική μας κριτική και διαφορετική άποψη, δε θεωρούμε ότι δείχνουμε έλλειψη σεβασμού σε αυτές τις διεργασίες, τις οποίες στηρίζουμε, στις οποίες είμαστε αλληλέγγυοι. Αυτές οι διεργασίες δε γεννήθηκαν υπό τη σημαία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» και έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε σχέση με τα αρχικά τους προγράμματα. Ωστόσο χρειάζεται να προσθέσουμε ότι δεν πρόκειται για εδραιωμένες εξελίξεις και ότι η ιδεολογική σύγχυση που προωθείται με το «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» μπορεί να τις οδηγήσει στην καταστροφή. Ο Μαρξ έλεγε ότι κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος αξίζει περισσότερο από μια ντουζίνα προγράμματα, προσθέτοντας ότι αν το κίνημα έχει ως στόχο ένα λάθος πρόγραμμα μπορεί να οδηγηθεί στον γκρεμό. Είναι καθήκον των κομμουνιστών να θέτουν τον επιστημονικό σοσιαλισμό ως το δρόμο της εργατικής τάξης και όλων των λαών, υποστηρίζοντας τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Οι προσεγγίσεις αυτές λοιπόν, χωρίς να προχωρήσουν σε μια σοβαρή επιστημονική μελέτη της σοσιαλιστικής εμπειρίας για την εξαγωγή διδαγμάτων που είναι απαραίτητα για την ανατροπή του καπιταλισμού, καταδικάζουν την εμπειρία της εργατικής τάξης με βάση τις επεξεργασίες που ανέπτυξε η αντίδραση και ο οπορτουνισμός, ο ρεφορμισμός και ο ρεβιζιονισμός. Οι κομμουνιστές διατρανώνουμε ότι όπως οι 70 μέρες της Παρισινής Κομμούνας μας έδωσαν εξαιρετικά διδάγματα που εμπλούτισαν την επαναστατική θεωρία του προλεταριάτου, έτσι και η εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης που ξεκίνησε με τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση αποτελεί σημαντική κληρονομιά για το προλεταριάτο στην πάλη του για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό και θα είναι σημαντικό λάθος να την απορρίψουμε ή να την αγνοήσουμε. Συμφωνούμε με την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας που στο ντοκουμέντο για τα 90χρονα της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης αναφέρει: «Από τα κορυφαία καθήκοντα του κομμουνιστικού ιδεολογικού μετώπου είναι να αποκατασταθεί στα μάτια των εργαζομένων η αλήθεια για το σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, χωρίς εξιδανικεύσεις, αντικειμενικά και απαλλαγμένη από τις συκοφαντίες της αστικής τάξης. Η υπεράσπιση των νομοτελειών του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα η υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, απαντούν στις οπορτουνιστικές θεωρίες περί “μοντέλων” του σοσιαλισμού προσαρμοσμένων στις “εθνικές” ιδιομορφίες, αλλά και στην ηττοπαθή λαθολογία»2.

«ΝΕΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ» ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Ολοι οι υποστηρικτές του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» συμφωνούν ότι τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης αναλαμβάνουν σήμερα άλλα «υποκείμενα» και καλούν ακόμα στην οικοδόμηση νέων κοινωνικών φορέων. Γι’ αυτό καταφεύγουν σε επιχειρήματα της «νέας αριστεράς», των θέσεων του Μαρκούζε, της δεκαετίας του ’60 και του ’70, περί αστικοποίησης της εργατικής τάξης, περί διαμελισμού της, περί του «τέλους της εργασίας». Ζητούν να ξανασκεφτούμε την έννοια του «εργάτη» κι ενώ αυτό δε συμβαίνει, διατείνονται ότι τα κοινωνικά κινήματα, οι αυτόχθονες, το «πλήθος» αποτελούν το επίκεντρο του μετασχηματισμού.

Μια πολύ σημαντική πτυχή του μαρξισμού-λενινισμού είναι η αποσαφήνιση του ρόλου του προλεταριάτου. Ο Λένιν έλεγε το εξής: «Το βασικό στη θεωρία του Μαρξ είναι ότι ξεχωρίζει τον διεθνή ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου ως δημιουργού της σοσιαλιστικής κοινωνίας» και πιο κάτω στο ίδιο έργο αναφέρει: «όλες οι θεωρίες για τον αταξικό σοσιαλισμό και για την αταξική πολιτική, αποδείχτηκαν κούφιες ανοησίες»3. Είναι αλήθεια ότι έχουν υπάρξει αλλαγές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνουν την αντίθεση που υπάρχει στον καπιταλισμό ανάμεσα στους αστούς και στους προλετάριους. Σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνουν το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι η μόνη συνεπής επαναστατική τάξη για να φτάσει μέχρι το τέλος, όχι μόνο στην ανατροπή της αστικής τάξης, αλλά και στη χειραφέτηση του ανθρώπινου γένους συνολικά. Δε λαμβάνουν υπόψη ότι ο ρόλος των τάξεων καθορίζεται από το ρόλο που παίζουν στην παραγωγή, από τον αντικειμενικό ρόλο που έχουν στην οικονομία. Το προλεταριάτο, η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, θα αποκτήσουν ταξική συνείδηση «για τον εαυτό τους» και θα χειραφετηθούν όχι για τους ίδιους, αλλά για το σύνολο της ανθρωπότητας.

Κανείς δεν αρνείται ότι στην πολιτική πάλη η εργατική τάξη χρειάζεται και πρέπει να διαμορφώσει συμμαχίες με τις καταπιεσμένες λαϊκές μάζες. Υπάρχει όμως απόσταση με τους ισχυρισμούς όσων αναζητούν «νέους κοινωνικούς φορείς», προσδίδοντάς τους απελευθερωτικό ρόλο που υπερβαίνει την ταξική πάλη, όταν η πραγματικότητα επιβεβαιώνει τον προσωρινό χαρακτήρα των κινημάτων τους.

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ …ΧΩΡΙΣ ΚΟΜΜΑ

 Σύμφωνα με το «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» δεν είναι απαραίτητη η κατάληψη της εξουσίας ούτε η καταστροφή του Κράτους. Θεωρεί ότι η κατάκτηση της κυβέρνησης μπορεί να ανοίξει το νέο δρόμο. Γι’ αυτό οι υποστηρικτές του δε μιλάνε για την ανατροπή, τη ρήξη, την επανάσταση, αλλά παρακάμπτουν αυτή τη ζωτική ανάγκη και κάνουν λόγο για το μετακαπιταλισμό, διαμορφώνοντας ήδη προγράμματα για το πέρασμα σε μια νέα κοινωνία. Γι’ αυτό στο πλαίσιο αυτής της ανόητης ιδεολογικοπολιτικής παρατήρησης δεν υπάρχει η ελάχιστη στρατηγική προσέγγιση που να οδηγεί στην καταστροφή του Κράτους. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει και καμία ανησυχία για την οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης, ενός πρωτοπόρου κόμματος, ενός κομμουνιστικού κόμματος. Για να μην παρουσιαστεί η εργατική τάξη ως η τάξη που θα θάψει τους εκμεταλλευτές της. Για να μην θεωρηθεί η Επανάσταση ως η στιγμή που η εργατική τάξη θα ανατρέψει τον καπιταλισμό. Για να υποστηρίξουν την πιθανότητα να πραγματοποιηθούν μετακαπιταλιστικοί μετασχηματισμοί στο πλαίσιο του παλιού αστικού Κράτους.

Να λάβουμε υπόψη μας ότι τίθεται επίσης το ζήτημα ότι στο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν η ατομική και η κοινωνική ιδιοκτησία, καθώς και η δικαιολόγηση ενός σοσιαλισμού της αγοράς.

Αν κοιτάξει κανείς τις προγραμματικές θέσεις του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» θα παρατηρήσει την ομοιότητα ανάμεσα στις απόψεις του και στην αστικοδημοκρατική επανάσταση του 1910 στο Μεξικό, αλλά και την πιο ριζοσπαστική περίοδο κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Λάζαρο Κάρδενας το 1934-1940. Στο διάστημα αυτών των έξι χρόνων καθιερώθηκε στα σχολεία, στους κοινωνικούς οργανισμούς και στη δημόσια διοίκηση μαζί με τον Εθνικό Ύμνο να ακούγεται η Μασσαλιώτιδα και η Διεθνής. Πραγματοποιήθηκε μια εντυπωσιακή αναδιανομή της γης, μια πραγματική αγροτική μεταρρύθμιση. Εθνικοποιήθηκε το πετρέλαιο που μέχρι τότε ήταν στα χέρια αγγλικών και αμερικάνικων μονοπωλίων και ξεκίνησε μια γενική πολιτική εθνικοποιήσεων και κρατικοποιήσεων, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του ’80 να είναι εθνικοποιημένο το 70% της μεξικανικής οικονομίας. Επιπλέον δόθηκε μεγάλη βοήθεια στην Ισπανική Δημοκρατία. Κατά συνέπεια, υπό την επιρροή που ασκούσε ο «μπραουντερισμός»4, καλλιεργήθηκαν αυταπάτες για τη Μεξικανική Επανάσταση ως δρόμο για το σοσιαλισμό. Θεωρήθηκε, όπως λένε και οι υποστηρικτές του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα», ότι το Κράτος πάνω από τις τάξεις και την ταξική πάλη θα λειτουργούσε ως μοχλός ανάπτυξης. Για τους μαρξιστές-λενινιστές το Κράτος δεν είναι διαιτητής των αντιμαχόμενων τάξεων αλλά μηχανισμός κυριαρχίας και καταστολής. Στην περίπτωση του καπιταλισμού αποτελεί μηχανισμό της τάξης που έχει στην ιδιοκτησία της τα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, δηλαδή της αστικής τάξης. Οι κρατικοποιήσεις και οι εθνικοποιήσεις από μόνες τους δεν είναι σοσιαλιστικές και στην περίπτωση του Μεξικού έδειξαν ότι αποτελούν μηχανισμό για την καπιταλιστική συγκέντρωση και συγκεντροποίηση.

* * *

 Η αντικατάσταση της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία από τις αντιθέσεις ο Βορράς ενάντια στο Νότο και το κέντρο ενάντια στην περιφέρεια είναι μια ακόμη θέση του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα». Η θέση αυτή αναδεικνύει ως μείζον πρόβλημα προς επίλυση την αντίθεση ανάμεσα στον πλούσιο Βορρά και το φτωχό Νότο, κάτι το οποίο βασίζεται σε παραπλανητικές στατιστικές και κυρίως παραβλέπει ότι τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο του πλανήτη διεξάγεται ταξική πάλη. Το ίδιο ισχύει και με την ολέθρια άποψη της αντίθεσης ανάμεσα στο κέντρο και στην περιφέρεια, που επιδιώκει να αγνοήσει ότι βρισκόμαστε στο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού -στην ανώτερη φάση του καπιταλισμού που είναι ο ιμπεριαλισμός, στην οποία όλες οι χώρες έχουμε βυθιστεί- καθώς και τις σχέσεις αλληλεξάρτησης που διαμορφώνονται.

Η θέση για το «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» δεν αναδεικνύει διαφορές ήσσονος σημασίας αλλά διαφορετικούς δρόμους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα η θέση αυτή ήρθε να ανοίξει την κουβέντα σχετικά με την εναλλακτική πρόταση απέναντι στον καπιταλισμό που σήμερα βρίσκεται σε κρίση, ότι σε αυτό έγκειται η αξία της και η καταλληλότητά της και ότι πρόκειται για κριτική προσέγγιση που τείνει προς την ίδια ιδεολογική βάση με τη δική μας για το ξεπέρασμα των λαθών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης φέρνοντας νέο αέρα.

Εδώ επιδιώκουμε να αναδείξουμε ορισμένα ζητήματα, στα οποία συγκλίνουν οι υποστηρικτές του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα», αλλά είναι σημαντικό επίσης να δείξουμε ότι δεν πρόκειται για μια δομημένη πρόταση αλλά για μείγμα θέσεων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις βασίζονται στις απόψεις του μαρξισμού, του χριστιανισμού, στις ιδέες του μπολιβαρισμού, κυριαρχεί δηλαδή ο εκλεκτικισμός.

Υποστηρίζουν ότι η συμμετοχική δημοκρατία, οι συνεταιρισμοί και η ιδιοσυντήρηση απαντούν στον «αυταρχισμό» της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τέλος, προβάλλουν ασύνδετες ιδέες με σκοπό να υπονομεύσουν την κομμουνιστική θεωρία, χωρίς να έχουν επιχειρήματα (άλλη θέση εκφράζουν σήμερα, άλλη αύριο), δημιουργώντας έτσι πλήρη σύγχυση, όπως με το κάλεσμα για την οικοδόμηση μιας «Πέμπτης Διεθνούς» μαζί με εχθρούς των εργαζομένων όπως το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα του Μεξικού.

Στη σύγχρονη πάλη απαιτείται να προχωρήσουμε οργανωμένα με σταθερότητα υπό το κόκκινο λάβαρο του κομμουνισμού, για την επαναστατική μετατροπή των υλικών συνθηκών της ζωής, για την κατάργηση των αστικών σχέσεων παραγωγής μέσα από το μοναδικό δρόμο που είναι εφικτός, τον επαναστατικό. Δε βοηθάει σε τίποτα η σύγχυση, η δίνη ασύνδετων προσεγγίσεων που προκύπτουν από την υπό εξέταση ιδέα και που σε τελική ανάλυση θέτουν μόνο το ζήτημα βελτίωσης του καπιταλισμού, επιδιώκοντας το αδύνατο, τον «εξανθρωπισμό» του. Για την εργατική τάξη -και όχι μόνο στη Λατινική Αμερική- για τις ταξικές και επαναστατικές δυνάμεις το καθήκον είναι να δυναμώσουν τα κομμουνιστικά κόμματα που καταγράφουν στις αρχές, στο πρόγραμμά τους και στη δράση τους την ιστορική εμπειρία των εργαζόμενων σε όλο τον κόσμο για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Επομένως, είναι απαραίτητο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτή η τοποθέτηση για το λεγόμενο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» είναι ξένη και αντίθετη προς το μαρξισμό-λενινισμό και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα όσον αφορά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα. Εναπόκειται στα κομμουνιστικά κόμματα να υψώσουν το κόκκινο λάβαρο για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, της ταξικής οργάνωσης του προλεταριάτου και του συνόλου των εργαζομένων που υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση, για την οικοδόμηση των απαραίτητων συμμαχιών με όσους θέλουν την ανατροπή του καπιταλισμού, με στόχο τη Σοσιαλιστική Επανάσταση, που τέθηκε σε ισχύ και εφαρμογή το 1917. Αυτή είναι η αποστολή στην εποχή που ζούμε, εποχή του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων και δε χωράνε ούτε «τρίτοι δρόμοι» ούτε συγχύσεις.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Πάβελ Μπλάνκο Καμπρέρα είναι μέλος της Συλλογικής Ηγεσίας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος των Κομμουνιστών του Μεξικού.

1. Φρ. Ενγκελς: «Από τον ουτοπικό σοσιαλισμό στον επιστημονικό σοσιαλισμό», Διαλεχτά Εργα των Μαρξ και Ενγκελς σε δύο τόμους, τ. 2, εκδ. «Προγκρές», ισπανική έκδοση, Μόσχα, 1971, σελ.149.

2. Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας: «Για τα 90 χρόνια από την Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση», από το «Propuesta Comunista» No. 51, εκδ. του Κομμουνιστικού Κόμματος των Λαών της Ισπανίας, 2007, σελ.48.

3. Β. Ι. Λένιν: «Ο ιστορικός προορισμός του δόγματος του Καρλ Μαρξ», στο «Μαρξ, Ενγκελς, Μαρξισμός», ξενόγλωσσες εκδόσεις, Μόσχα, 1950, σελ. 77-78.

4. Σ.μ.: Αναφέρεται στις επιδράσεις στο κομμουνιστικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής του οπορτουνισμού που είχε αναπτυχθεί στο ΚΚ των ΗΠΑ υπό την ηγεσία του Ιρλ Μπράουντερ, τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

του Πάβελ Μπλάνκο Καμπρέρα

Πηγή : ΚΟΜΕΠ -2010 Τεύχος 6
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s